Ενώ οι περισσότεροι ενήλικες χρειάζονται επτά έως εννέα ώρες ύπνου, ορισμένοι άνθρωποι ξυπνούν ξεκούραστοι έπειτα από μόλις τέσσερις ή πέντε. Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ότι πίσω από αυτή την ασυνήθιστη ικανότητα μπορεί να κρύβονται σπάνιες γενετικές μεταλλάξεις. Πώς μπορούμε, όμως, να ξεχωρίσουμε εκείνους που πραγματικά χρειάζονται λιγότερο ύπνο από όσους έχουν απλώς συνηθίσει να κοιμούνται λίγο;
Η Aimee Pugh Bernard, καθηγήτρια Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, έχει μια καθημερινή συνήθεια που πολλοί θα ζήλευαν. Πηγαίνει για ύπνο περίπου στις δέκα το βράδυ και ξυπνά στις τέσσερις και μισή το πρωί, γεμάτη ενέργεια. Βγάζει βόλτα τον σκύλο της, γυμνάζεται για μία ώρα και έχει ήδη εργαστεί μιάμιση ώρα πριν ακόμη το ρολόι δείξει οκτώ. Κάποιες νύχτες κοιμάται μόλις πέντε ώρες, χωρίς αυτό να φαίνεται ότι επηρεάζει την απόδοσή της την επόμενη ημέρα. Για τους φίλους της, η αντοχή της είναι αξιοπερίεργη. Για την οικογένειά της, όμως, είναι απολύτως φυσιολογική. Ο πατέρας και ο αδελφός της έχουν παρόμοιες συνήθειες ύπνου. Η Bernard ανήκει σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που οι επιστήμονες αποκαλούν natural short sleepers, δηλαδή άτομα που από τη φύση τους χρειάζονται λιγότερο ύπνο. Και όπως αποδεικνύεται, η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στο DNA τους.
H ανάγκη για ύπνο είναι γραμμένη στα γονίδια
Το 2019 η Bernard έμαθε ότι διαθέτει μια σπάνια γενετική παραλλαγή που σχετίζεται με τη μικρή διάρκεια ύπνου. Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο είχαν εντοπίσει γενετικές μεταλλάξεις σε οικογένειες των οποίων τα μέλη κοιμούνταν συστηματικά πολύ λιγότερο από τον μέσο άνθρωπο, χωρίς να εμφανίζουν την αναμενόμενη κόπωση.
Η κατάσταση ονομάζεται Familial Natural Short Sleep (FNSS), δηλαδή οικογενής φυσιολογικά βραχύς ύπνος. Οι άνθρωποι με αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να κοιμούνται τέσσερις έως έξι ώρες τη νύχτα, να ξυπνούν αυθόρμητα και να αισθάνονται ξεκούραστοι.
Το σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που εκπαιδεύτηκαν να κοιμούνται λιγότερο ή που περιορίζουν τον ύπνο τους λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Ο οργανισμός τους φαίνεται να χρειάζεται πραγματικά λιγότερες ώρες για να ανακτήσει τις δυνάμεις του.
Οι πρώτες σημαντικές ενδείξεις είχαν εμφανιστεί ήδη από το 2009, όταν ερευνητές ανακάλυψαν μια μετάλλαξη στο γονίδιο DEC2, η οποία συνδεόταν με μικρότερη διάρκεια ύπνου. Ακολούθησαν ανακαλύψεις που αφορούσαν και άλλα γονίδια, όπως τα ADRB1 και NPSR1, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η ανάγκη για ύπνο επηρεάζεται από πολλούς διαφορετικούς γενετικούς μηχανισμούς. Οι ανακαλύψεις αυτές αμφισβητούν την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ακριβώς τις ίδιες βιολογικές ανάγκες ύπνου. Δεν αναιρούν, ωστόσο, τις συστάσεις που ισχύουν για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.
Μια ακόμη γενετική μετάλλαξη συνδέεται με τον λιγοστό ύπνο
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) προσέθεσε ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Οι ερευνητές εντόπισαν μια σπάνια μετάλλαξη στο γονίδιο SIK3, το οποίο συμμετέχει στη ρύθμιση της διάρκειας και του βάθους του ύπνου. Η μετάλλαξη βρέθηκε σε μια γυναίκα περίπου 70 ετών, η οποία ανέφερε ότι κοιμόταν μόλις τρεις ώρες την ημέρα και διατηρούσε έναν δραστήριο τρόπο ζωής.
Για να εξετάσουν τον ρόλο της μετάλλαξης, οι επιστήμονες δημιούργησαν ποντίκια με την αντίστοιχη γενετική αλλαγή. Διαπίστωσαν ότι τα ζώα κοιμούνταν λιγότερο, ενώ παρουσίαζαν και αλλαγές στην εγκεφαλική δραστηριότητα που σχετίζεται με το βάθος του ύπνου.
Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι ορισμένες γενετικές παραλλαγές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την ανάγκη για ύπνο. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι οι άνθρωποι αυτοί προστατεύονται από κάθε πιθανή συνέπεια του περιορισμένου ύπνου.
Πώς καταλαβαίνουμε αν χρειαζόμαστε πραγματικά λιγότερο ύπνο;
Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι λειτουργούν μια χαρά με πέντε ή έξι ώρες ύπνου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανήκουν στη σπάνια κατηγορία των φυσιολογικά ολιγόυπνων.
Η βασική διαφορά είναι ότι οι τελευταίοι ξυπνούν αυθόρμητα, χωρίς ξυπνητήρι, δεν αισθάνονται την ανάγκη να αναπληρώσουν τον ύπνο τους τα Σαββατοκύριακα και δεν παρουσιάζουν επίμονη υπνηλία μέσα στην ημέρα. Συνήθως, μάλιστα, το χαρακτηριστικό αυτό υπάρχει από μικρή ηλικία και ενδέχεται να εμφανίζεται και σε άλλα μέλη της οικογένειας.
Αντίθετα, κάποιος που κοιμάται λίγο λόγω άγχους, αϋπνίας ή απαιτητικού προγράμματος μπορεί να έχει συνηθίσει την κούραση, χωρίς να αντιλαμβάνεται πόσο επηρεάζει την καθημερινότητά του. Η πιο πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση του αμερικανικού National Sleep Foundation, που δημοσιεύθηκε το 2026 στο περιοδικό Sleep Health, επιβεβαιώνει ότι οι περισσότεροι ενήλικες ηλικίας 26 έως 64 ετών χρειάζονται επτά έως εννέα ώρες ύπνου καθημερινά.
Η επιστημονική έρευνα, επομένως, δεν μας δίνει έναν λόγο να περιορίσουμε τις ώρες που κοιμόμαστε. Μας βοηθά, αντίθετα, να κατανοήσουμε γιατί οι ανάγκες ύπνου διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μακροπρόθεσμα, η αποκωδικοποίηση των γενετικών μηχανισμών του ύπνου θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για τις διαταραχές του, αλλά και στην καλύτερη κατανόηση των συνεπειών της στέρησης ύπνου.
Μέχρι τότε, το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να λειτουργούν ξεκούραστοι με τέσσερις ή πέντε ώρες ύπνου παραμένει μια ενδιαφέρουσα βιολογική εξαίρεση. Για τους υπόλοιπους, ο επαρκής ύπνος εξακολουθεί να αποτελεί βασική προϋπόθεση καλής υγείας και όχι πολυτέλεια.
Πηγές:
National Sleep Foundation: https://www.sleephealthjournal.org/article/S2352-7218(26)00106-3/fulltext