Δεν θυμάμαι πόσων εβδομάδων έγκυος ήμουν. Θυμάμαι όμως πολύ καθαρά τη στιγμή που κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχαμε πάει στο νοσοκομείο για να ακούσουμε την καρδιά του μωρού. Οι νοσηλεύτριες κάλεσαν τον γιατρό και, πριν ακόμη μου πει κανείς οτιδήποτε, κατάλαβα.
Το στομάχι μου σφίχτηκε. Δεν άκουγα καρδιακό παλμό. Δεν θα γίνω μαμά. Αυτό σκέφτηκα. Μετά κενό.
Ήταν η πρώτη μου εγκυμοσύνη. Και ήταν μια παλίνδρομη κύηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ξανακούσει καν τον όρο. Δεν ήξερα τι σήμαινε, ούτε πόσο συχνά μπορεί να συμβεί. Το έμαθα αργότερα, όταν άρχισα να μιλάω γι’ αυτό και ξαφνικά άκουγα γύρω μου γυναίκες να μου λένε «μου έχει συμβεί κι εμένα», «το έχω περάσει κι εγώ».
Ήμασταν τόσες πολλές. Κι όμως, μέχρι τότε δεν το ήξερα.
Φεύγοντας από το νοσοκομείο, έστειλα το ίδιο μήνυμα σε όλες μου τις φίλες. Τους είπα τι είχε συμβεί και ότι δεν ήθελα να μιλήσω. Δεν σήκωσα τηλέφωνα, δεν απάντησα σε μηνύματα. Δεν ήξερα τι να πω, ούτε τι ήθελα να ακούσω.
Επέστρεψα στη δουλειά. Δεν είχα προλάβει να ανακοινώσω την εγκυμοσύνη μου, οπότε δεν χρειαζόταν να εξηγήσω την απώλειά της. Συνέχισα, σχεδόν μηχανικά, την καθημερινότητά μου. Όταν χρειάστηκε να καταθέσω την αναρρωτική μου άδεια για την απόξεση -τι ψυχρή λέξη-, με κάλεσαν από το λογιστήριο να με ρωτήσουν τι είχε συμβεί. Απάντησα μηχανικά. Δεν θυμάμαι καν τι είπα.
Για καιρό ένιωθα ένα περίεργο μούδιασμα. Και ενοχή. Σκεφτόμουν μήπως είχα κάνει κάτι λάθος, μήπως είχα φταίξει κάπου. Ξέρω σήμερα ότι δεν έφταιγα. Αλλά τότε δεν ήταν τόσο εύκολο να το πιστέψω.
Το πιο παράδοξο ήταν πως, μέχρι εκείνη την εγκυμοσύνη, δεν ήμουν καν σίγουρη ότι ήθελα να γίνω μητέρα. Κι όμως, όταν η εγκυμοσύνη σταμάτησε να εξελίσσεται, ένιωσα ένα τεράστιο κενό.
Στερήθηκα κάτι για το οποίο δεν είχα προλάβει ούτε να χαρώ καλά καλά.
Και για καιρό ένιωθα ότι δεν μου επιτρεπόταν να πενθήσω. «Είναι πολύ συχνό αυτό», μου έλεγαν. «Συμβαίνει σε πάρα πολλές γυναίκες».
Το ξέρω ότι οι άνθρωποι που το έλεγαν προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν. Αλλά το ότι κάτι συμβαίνει συχνά δεν σημαίνει ότι πονάει λιγότερο. Η συχνότητα μιας απώλειας δεν μειώνει το μέγεθός της για τον άνθρωπο που τη βιώνει.
Κάποιες γνωστές μου μού έλεγαν ότι θα μου περάσει, είχαν περάσει κι εκείνες το ίδιο. Θυμάμαι να απαντώ περισσότερες από μια φορές: «Τουλάχιστον εσύ είχες παιδί να αγκαλιάσεις όταν γύρισες σπίτι».
Δεν το έλεγα για να υποτιμήσω τη δική τους εμπειρία. Ήταν απλώς ο τρόπος μου να περιγράψω τη δική μου μοναξιά. Ήμουν η μόνη στον κοντινό μου κύκλο που είχε βιώσει μια τέτοια απώλεια στην πρώτη της εγκυμοσύνη. Και τότε μου φαινόταν πως αυτό έκανε τη δική μου εμπειρία ακόμη πιο μοναχική.
Για πολύ καιρό έριξα όλη μου την ενέργεια στη δουλειά. Ήταν πιο εύκολο να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο παρά να σκέφτομαι αυτό που είχε συμβεί.
Όταν άρχισα σιγά σιγά να το συζητάω, συνειδητοποίησα και κάτι ακόμη. Με ενοχλούσε η έκφραση «έχασα το μωρό». Στα δικά μου αυτιά, το «έχασα» ακουγόταν σαν να είχα κάνει κάτι λάθος. Σαν να ήταν δική μου ευθύνη που δεν κατάφερα να το κρατήσω.
Προτιμούσα να λέω «η κύηση δεν προχώρησε» ή «η κύηση παλινδρόμησε». Ήταν ο δικός μου τρόπος να μιλήσω για κάτι που δεν είχα προκαλέσει και δεν μπορούσα να ελέγξω.
Με τον καιρό άρχισα να μιλάω όλο και περισσότερο γι’ αυτό. Όχι επειδή μου ήταν εύκολο, αλλά επειδή θυμόμουν πόσο μόνη είχα νιώσει όταν μου συνέβη. Και σκεφτόμουν πως ίσως, αν μιλούσαμε περισσότερες, κάποια άλλη γυναίκα δεν θα χρειαζόταν να αισθανθεί την ίδια μοναξιά.
Όταν έμεινα ξανά έγκυος, κατάλαβα ότι η πρώτη εκείνη απώλεια με είχε επηρεάσει πολύ περισσότερο απ’ όσο πίστευα. Φοβόμουν διαρκώς ότι θα συμβεί ξανά. Δεν μπορούσα να χαρώ την εγκυμοσύνη μου, γιατί κάθε φορά που πήγαινα να το κάνω, σκεφτόμουν ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά.
«Κάτσε να περάσουν οι 12 εβδομάδες», έλεγα στον εαυτό μου. Μετά, «κάτσε να βγει η Β’ επιπέδου». Μετά να περάσει ο πέμπτος μήνας, ο έκτος, ο έβδομος. Κάθε φορά μετακινούσα λίγο πιο μακριά τη στιγμή που θα μου επέτρεπα να χαρώ.
Και κάπως έτσι, πέρασα σχεδόν ολόκληρη τη δεύτερη εγκυμοσύνη μου περιμένοντας να νιώσω ασφαλής. Σαν να φοβόμουν ότι, αν χαιρόμουν πολύ, θα πονούσα περισσότερο αν κάτι πήγαινε στραβά.
Η πρώτη μου εγκυμοσύνη μού είχε στερήσει τη χαρά της προσμονής. Η απώλειά της παραλίγο να μου στερήσει και τη χαρά της δεύτερης.
Σήμερα έχω τον γιο μου, τον Μαξιμάκο μου, και εκείνη η πρώτη απώλεια δεν με πονάει πια με τον ίδιο τρόπο. Όμως το ότι έγινα μητέρα δεν σημαίνει ότι όσα προηγήθηκαν έπαψαν να έχουν σημασία. Ούτε ότι η ευτυχία που ήρθε αργότερα ακυρώνει τη θλίψη που προηγήθηκε
Ξέρω επίσης ότι υπάρχουν γυναίκες που βιώνουν απώλειες σε πολύ πιο προχωρημένες εγκυμοσύνες, γυναίκες που χάνουν τα μωρά τους μετά τη γέννηση, γυναίκες που περνούν αυτή τη δοκιμασία περισσότερες από μία φορές. Δεν μπορώ να φανταστώ το βάρος της δικής τους εμπειρίας. Και δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε τις απώλειές μας για να αναγνωρίσουμε ότι όλες αξίζουν χώρο.
Γράφω σήμερα αυτή την ιστορία όχι γιατί πιστεύω ότι έχω κάτι σπουδαίο να πω για το πένθος. Αλλά γιατί θυμάμαι τι θα ήθελα να είχα ακούσει τότε. Όχι ότι συμβαίνει συχνά. Όχι ότι είμαι νέα και θα ξαναπροσπαθήσω. Όχι ότι όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Μόνο αυτό: «Σε βλέπω. Σε νιώθω. Ξέρω τι σημαίνει σιωπή εκεί όπου θα έπρεπε να ακούγεται χτύπος καρδιάς».
Αν έχεις ζήσει κι εσύ κάτι αντίστοιχο, θέλω να σου πω αυτό που θα ήθελα να είχε πει κάποιος και σε μένα τότε.
Μπορείς να πενθήσεις. Όσο χρειάζεσαι και με όποιον τρόπο θέλεις. Δεν είσαι υπερβολική επειδή πονάς για κάτι που δεν πρόλαβες να ζήσεις. Δεν χρειάζεται να μικρύνεις τη δική σου απώλεια επειδή κάποια άλλη γυναίκα έχει περάσει κάτι δυσκολότερο. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσεις τη θλίψη σου, ούτε να αποδείξεις ότι είναι αρκετά μεγάλη.
Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε τους πόνους μας για να έχουμε δικαίωμα στο πένθος.