Εδώ και δεκαετίες, εταιρείες και οργανισμοί επενδύουν σε προγράμματα γυναικείας ηγεσίας, mentoring, συμπερίληψης και πολιτικές που φιλοδοξούν να αυξήσουν τον αριθμό των γυναικών στις ανώτερες διοικητικές θέσεις. Κι όμως, παρά την πρόοδο, κάπου στη διαδρομή προς την κορυφή οι γυναίκες εξακολουθούν να χάνονται. Το παράδοξο είναι ακόμη μεγαλύτερο αν κοιτάξει κανείς την αφετηρία. Οι γυναίκες στις ΗΠΑ αλλά και σε πολλές άλλες χώρες έχουν ξεπεράσει τους άνδρες στην ολοκλήρωση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ενώ στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής τους ζωής οι μισθολογικές διαφορές είναι αισθητά μικρότερες. Στη συνέχεια, όμως, οι επαγγελματικές διαδρομές ανδρών και γυναικών αρχίζουν να αποκλίνουν.
Τι λέει η νέα έρευνα
Μια νέα μεγάλη έκθεση του Pew Research Center που δημοσιεύτηκε στις 22 Οκτωβρίου του 2026, με τίτλο Women, Work and Caregiving Through the Arc of Family Life, φωτίζει έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Η έρευνα δείχνει ότι το βάρος της ανατροφής των παιδιών, της φροντίδας του σπιτιού και, αργότερα, των ηλικιωμένων γονέων εξακολουθεί να πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες, ακόμη και όταν εργάζονται με πλήρες ωράριο. Αυτό θέτει ένα δεδομένο που δεν πρέπει να παραβλέπουμε όταν μιλάμε για γυναικεία ηγεσία.
Οι γυναίκες μπορεί να έχουν την αυτοπεποίθηση, τη διάθεση και τα προσόντα για να διεκδικήσουν μια προαγωγή αλλά είναι το εργασιακό και οικογενειακό σύστημα μέσα στο οποίο κινούνται που πολύ συχνά δεν τούς επιτρέπει πραγματικά να το κάνουν.

Η «ποινή της μητρότητας»
Στην αρχή της επαγγελματικής τους πορείας, οι γυναίκες ξεκινούν σχετικά κοντά στους άνδρες συνομηλίκους τους. Όσο όμως περνούν τα χρόνια, και ιδιαίτερα στην περίοδο κατά την οποία πολλοί εργαζόμενοι δημιουργούν οικογένεια, η απόσταση μεγαλώνει. Η έρευνα του Pew Research Center παρακολούθησε, μεταξύ άλλων, την πορεία των γυναικών που ήταν ηλικίας 25 έως 34 ετών σε βάθος δέκα ετών.
Το 2015 οι μέσες ωριαίες αποδοχές τους αντιστοιχούσαν στο 90% των αποδοχών των ανδρών της ίδιας ηλικιακής ομάδας. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2025, το ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 85%.
Αυτή ακριβώς είναι και η περίοδος κατά την οποία εργαζόμενοι και εργαζόμενες διεκδικούν τις πρώτες σημαντικές προαγωγές και μπαίνουν στην τροχιά που μπορεί αργότερα να τους οδηγήσει στις υψηλότερες βαθμίδες διοίκησης. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο εμφανίζεται το «σπασμένο σκαλοπάτι» στην εταιρική σκάλα. Η επιβράδυνση της καριέρας των γυναικών δεν συμβαίνει απαραίτητα λίγο πριν από την κορυφή. Μπορεί να έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Στην έρευνα του Pew, το 52% των μητέρων που εργάζονται με πλήρες ωράριο δηλώνει ότι η ιδιότητα του γονέα δυσκολεύει την επαγγελματική του εξέλιξη. Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των πατέρων είναι σημαντικά χαμηλότερο, στο 38%.
Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος επιστρέφει στην εργασία μετά τη γέννηση ενός παιδιού, αλλά με ποιους όρους επιστρέφει και πόσο χώρο εξακολουθεί να έχει για να εξελιχθεί.
Ίσα εισοδήματα δεν σημαίνουν ίση κατανομή της φροντίδας
Οι οικογενειακές ισορροπίες έχουν αλλάξει θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Το 1972 μόλις το 11% των ετερόφυλων γάμων στις ΗΠΑ μπορούσε να χαρακτηριστεί οικονομικά ισότιμο, με τους δύο συζύγους να συνεισφέρουν περίπου εξίσου στο συνολικό εισόδημα. Το 2022 το ποσοστό είχε φτάσει στο 29%. Παράλληλα, στο 16% των γάμων η γυναίκα ήταν πλέον η βασική ή η μοναδική πηγή εισοδήματος.
Η μεγαλύτερη οικονομική ισότητα, όμως, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ισότητα μέσα στο σπίτι. Ακόμη και στα ζευγάρια όπου άνδρας και γυναίκα έχουν περίπου ίση οικονομική συνεισφορά, οι γυναίκες αφιερώνουν κατά μέσο όρο περισσότερες ώρες τόσο στη φροντίδα όσο και στις δουλειές του σπιτιού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Pew, στις οικονομικά ισότιμες οικογένειες οι γυναίκες αφιερώνουν κατά μέσο όρο 6,9 ώρες την εβδομάδα στη φροντίδα έναντι 5,1 των ανδρών, και 4,6 ώρες στις οικιακές εργασίες έναντι μόλις 1,9 των ανδρών. Οι άνδρες, αντίθετα, καταγράφουν περισσότερες ώρες ελεύθερου χρόνου.
Η «διπλή βάρδια» έχει συνέπειες. Το 67% των μητέρων που εργάζονται με πλήρες ωράριο δηλώνει ότι, προσπαθώντας να ισορροπήσει εργασία και οικογένεια, έχει αισθανθεί ότι δεν μπορεί να δώσει το 100% στο σπίτι. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 56% αισθάνεται πως δεν μπορεί να δώσει το 100% ούτε στην εργασία. Στους πατέρες τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 50% και 38%.

Η φροντίδα δεν τελειώνει όταν μεγαλώσουν τα παιδιά
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση για τη γυναικεία εργασία. Οι πολιτικές των επιχειρήσεων γύρω από τη φροντίδα επικεντρώνονται συνήθως στην εγκυμοσύνη, τη γονική άδεια και τα πρώτα χρόνια των παιδιών. Στην πραγματικότητα, οι υποχρεώσεις φροντίδας μπορεί να ακολουθούν μια γυναίκα σε ολόκληρη σχεδόν την επαγγελματική της ζωή.
Ακόμη και όταν τα παιδιά ενηλικιωθούν, οι γονείς εξακολουθούν συχνά να τα στηρίζουν. Σύμφωνα με το Pew, το 41% των Αμερικανών που έχουν παιδιά ηλικίας 18 έως 34 ετών δηλώνει ότι τα παιδιά τους βασίζονται πάνω τους για σημαντική συναισθηματική υποστήριξη, ενώ το 59% τα έχει βοηθήσει οικονομικά μέσα στον τελευταίο χρόνο. Και την ίδια περίοδο εμφανίζεται συχνά μια καινούργια ευθύνη. Η φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων.
Μεταξύ όσων έχουν γονέα, σύζυγο ή σύντροφο άνω των 65 ετών, το 28% των γυναικών δηλώνει ότι έχει ρόλο φροντιστή, έναντι 23% των ανδρών. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά όταν εξετάζεται το κόστος αυτής της φροντίδας.
Μεταξύ των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης που βοηθούν έναν ηλικιωμένο γονέα, το 40% των γυναικών αναφέρει αρνητική επίδραση στη συναισθηματική του ευεξία, έναντι 22% των ανδρών. Το 36% των γυναικών αναφέρει οικονομικές επιπτώσεις και το 20% επιβάρυνση της σωματικής του υγείας.
Οι αριθμοί κάνουν σαφές πως αντί πια να αναρωτιόμαστε για το «πώς θα βοηθήσουμε τις γυναίκες να φτάσουν στην κορυφή;», χρειάζεται να εξετάσουμε τι είναι αυτό που τις αναγκάζει να επιβραδύνουν, να κάνουν πίσω ή να εγκαταλείπουν τη διαδρομή. Και όπως προκύπτει από την έρευνα η απάντηση είναι μια αγορά εργασίας που εξακολουθεί να είναι σχεδιασμένη σαν να υπάρχει πάντα κάποιος άλλος στο σπίτι που αναλαμβάνει τη φροντίδα.