Έχει γίνει καθημερινότητα. Όλο και πιο συχνά μαθαίνουμε για μια ακόμη γυναικοκτονία που συμβαίνει δίπλα σε «ανυποψίαστους γείτονες», από «υπεράνω υποψίας» γυναικοκτόνους. Πόσο τραγική διαπίστωση. Πόσο τραγικός απολογισμός. Γυναίκες, τα ονόματα των οποίων έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο για τους λάθος λόγους μας θυμίζουν συνεχώς τις κόρες, τις αδερφές, τις μητέρες που χάθηκαν άδικα με τη λίστα να μακραίνει καθώς τα χρόνια περνούν και οι γυναικοκτονίες παραμένουν στην κορυφή της επικαιρότητας.
Τι είναι η γυναικοκτονία
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών επειδή είναι γυναίκες». Πρόκειται για εγκλήματα που διαπράττονται κυρίως από άνδρες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλέκονται και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, δράστης είναι ο σύντροφος ή πρώην σύντροφος της γυναίκας, ο οποίος συχνά έχει προηγουμένως επιδείξει μακροχρόνια κακοποιητική συμπεριφορά όπως απειλές, βία ή εκφοβισμό. Τα θύματα βρίσκονται συχνά σε συνθήκες φυσικής ή/και οικονομικής εξάρτησης, γεγονός που εντείνει την ευαλωτότητά τους.
Πότε εμφανίστηκε ο όρος γυναικοκτονία
Ο όρος εμφανίζεται ήδη από το 1976, όταν η κοινωνιολόγος Νταϊάνα Ράσελ τον κατέγραψε, επιχειρώντας να ορίσει αυτό το εγκληματολογικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο. Έγινε ωστόσο ευρύτερα γνωστός και καθιερώθηκε στον επιστημονικό λόγο μετά το 1992, με την έκδοση του βιβλίου «Femicide: The Politics of Woman Killing», μιας συλλογής δοκιμίων που επιμελήθηκε η Ράσελ μαζί με την εγκληματολόγο Τζιλ Ράντφορντ. Η γυναικοκτονία αποτελεί ένα διακριτό αδίκημα, το οποίο για πολλά χρόνια συγκαλυπτόταν πίσω από τα λεγόμενα “εγκλήματα τιμής” και, πιο πρόσφατα, πίσω από τον όρο “εγκλήματα πάθους.
Πώς διαφέρει η γυναικοκτονία από την δολοφονία
Η έκταση που πήρε το πρόβλημα τα τελευταία χρόνια οδήγησε στη δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας για τέτοιου είδους δολοφονίες. Τον όρο γυναικοκτονία, η οποία ορίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη ως μια εκ προθέσεως δολοφονία που οφείλεται σε παράγοντες που σχετίζονται με το φύλο όπως οι άνισες σχέσεις εξουσίας, τα στερεότυπα φύλου ή επιβλαβείς κοινωνικοί κανόνες που μπορεί να θέτουν τις γυναίκες σε πιο ευάλωτη θέση.

Η γυναικοκτονία σε αριθμούς
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Ινστιτούτο Νίκου Πουλαντζά στον κόσμο μία γυναίκα δολοφονείται λόγω φύλου περίπου κάθε 10 λεπτά από άτομο του οικείου περιβάλλοντός της.
Στην Ελλάδα η γυναικοκτονία δεν αναγνωρίζεται ως διακριτή ανθρωποκτονία στον Ποινικό Κώδικα, με αποτέλεσμα οι καταγραφές να προέρχονται κυρίως από δημοσιογραφικές βάσεις δεδομένων, οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και ερευνητικά δίκτυα. Σύμφωνα με το κέντρο Διοτίμα, από το 2010 έως το 2023, συνολικά 202 γυναίκες δολοφονήθηκαν στην Ελλάδα.
Το 2025 καταγράφηκαν 19 γυναικοκτονίες, αριθμός αυξημένος σε σχέση με το 2024, γεγονός που αναδεικνύει την απουσία αποτελεσματικών πολιτικών για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και ο αριθμός υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας που έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με πάνω από 22.000 καταγεγραμμένες υποθέσεις το 2024, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας.
Μέσα στο φετινό καλοκαίρι,για την έξαρση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και των γυναικοκτονιών μίλησε και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), Μιχάλης Γιαννάκος, παρουσιάζοντας στοιχεία που, όπως τονίζει, προκαλούν έντονο προβληματισμό και αναδεικνύουν σοβαρές ελλείψεις στον τομέα της πρόληψης και της κοινωνικής προστασίας.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαννάκο, την τριετία 2023-2025 καταγράφηκαν 49 γυναικοκτονίες από συζύγους ή άτομα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, έναντι 36 την αντίστοιχη τριετία 2013-2015. Πρόκειται για αύξηση κατά 13 περιστατικά μέσα σε μία δεκαετία, ή 36,1%, γεγονός που, όπως επισημαίνει, καταδεικνύει μια ανησυχητική ανοδική τάση.

Από την αρχή του 2026, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, μία γυναίκα στην Ελλάδα χάνει τη ζωή της από τα χέρια του συντρόφου ή του συζύγου της. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι γυναικοκτονίες στη χώρα έχουν πενταπλασιαστεί από το 2020 μέχρι σήμερα, ενώ οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα επισημαίνουν ότι οι επίσημες καταγραφές ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πλήρως το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.
Τα στοιχεία του 2025 καταδεικνύουν επίσης την έκταση του φαινομένου: η γραμμή SOS 15900 δέχθηκε συνολικά 6.773 κλήσεις, ενώ τα 46 Συμβουλευτικά Κέντρα του Δικτύου παρείχαν δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη, εργασιακή συμβουλευτική και νομική καθοδήγηση , από την αρχή έως το τέλος της διαδικασίας, σε 4.755 γυναίκες που είχαν υποστεί έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία. Στους 20 ξενώνες φιλοξενίας του Δικτύου βρήκαν ασφαλές καταφύγιο 531 άτομα: 293 γυναίκες και 238 παιδιά.
Το debate για την νομική κατοχύρωση του όρου γυναικοκτονία
Όπως αναφέρει σε άρθρο της στο syntagmawatch.gr η δικηγόρος Αναστασία Γκόνη – Καραμπότσου στη Λατινική Αμερική, οι όροι «femicidio» και «feminicidio» χρησιμοποιούνται ευρέως ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα, τόσο στον πολιτικό όσο και στον δημόσιο λόγο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διάδοση έπαιξαν οι εκατοντάδες δολοφονίες γυναικών στην πόλη Χουάρες του Μεξικού, που οδήγησαν στη συγκρότηση ενός ισχυρού φεμινιστικού κινήματος ενάντια σε κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών και ανέδειξαν διεθνώς το ζήτημα της γυναικοκτονίας. Σήμερα 18 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής έχουν ενσωματώσει τη σχετική έννοια στα νομικά τους συστήματα, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον νομικοπολιτικό προηγούμενο.
Σε άλλες περιοχές, όπως η Ευρώπη, ο όρος για χρόνια περιοριζόταν κυρίως στη φεμινιστική ακαδημαϊκή έρευνα και τον ακτιβισμό. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η συζήτηση διευρύνεται σταθερά στον δημόσιο λόγο, ενώ προτάσεις για τη νομοθετική αναγνώριση του φαινομένου διατυπώνονται σε αρκετές χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Ειδικά στη Γαλλία, ο έντονος διάλογος που αναπτύχθηκε, παρότι δεν οδήγησε στην ενσωμάτωση της έννοιας στον Ποινικό Κώδικα, συνέβαλε ουσιαστικά στον εμπλουτισμό της νομικής σκέψης και του σχετικού προβληματισμού.
Στην Ελλάδα, η υπόθεση του βιασμού και της δολοφονίας της 21χρονης φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη, τον Νοέμβριο του 2018 στη Ρόδο, αποτέλεσε σημείο καμπής για την είσοδο του όρου στον δημόσιο λόγο. Έκτοτε, ο όρος υιοθετήθηκε από θεσμικούς φορείς, όπως η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, από τα μέσα ενημέρωσης και από οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσο για την νομική κατοχύρωση του όρου το debate συνεχίζεται. Τα δύο βασικά αντιτιθέμενα επιχειρήματα είναι τα εξής:
- Απουσία ξεχωριστής τυποποίησης: Η πολιτεία και η ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχουν εκφράσει την άποψη ότι δεν χρειάζεται νέο, ειδικό αδίκημα, καθώς το υπάρχον άρθρο για την ανθρωποκτονία καλύπτει απολύτως την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής με την ανώτατη ποινή (ισόβια κάθειρξη).
- Συμβολική και εγκληματολογική αξία: Νομικοί, ακαδημαϊκοί και οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η επίσημη αναγνώριση του όρου λειτουργεί παιδευτικά και κοινωνικά. Αναδεικνύει ότι τα εγκλήματα αυτά δεν είναι μεμονωμένα, αλλά αποτελούν την κορύφωση της συστηματικής έμφυλης βίας.

@Unsplash
Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα αιφνίδιο έγκλημα
Πριν την εκδήλωση της ακραίας βίας προηγούνται κάποια προειδοποιητικά σημάδια. Η συστηματική προσπάθεια ενός συντρόφου να ελέγχει τη ζωή μιας γυναίκας, η απομόνωσή της, οι απειλές, η ακραία ζήλια, η παρακολούθηση, η υποτίμηση και η προηγούμενη άσκηση σωματικής βίας αποτελούν συμπεριφορές που χρειάζονται σοβαρή αντιμετώπιση. Ιδιαίτερα αν τα περιστατικά γίνονται συχνότερα ή εντονότερα, η κατάσταση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «καβγάς ενός ζευγαριού». Δεν σημαίνει ότι κάθε περιστατικό ελεγκτικής συμπεριφοράς θα καταλήξει σε γυναικοκτονία. Ωστόσο, η αναγνώριση της κλιμάκωσης της βίας είναι κρίσιμη, καθώς μπορεί να επιτρέψει την έγκαιρη παρέμβαση. Η ελεγκτική συμπεριφορά συχνά δεν εμφανίζεται εξαρχής με τη μορφή μιας ακραίας απειλής. Μπορεί να ξεκινήσει με απαιτήσεις για το πού βρίσκεται η γυναίκα, με έλεγχο των τηλεφωνικών επικοινωνιών της, με υπερβολική ζήλια ή με προσπάθεια περιορισμού των επαφών της με φίλους και συγγενείς.
Τι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα
- Αυστηρότερο θεσμικό και νομικό πλαίσιο: Νομική αναγνώριση και ειδική τυποποίηση του όγκου ή των χαρακτηριστικών της έμφυλης βίας.
- Ταχεία απονομή δικαιοσύνης: Γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας από τα δικαστήρια.
- Εισαγγελική εποπτεία: Άμεση ακρόαση και αξιολόγηση των καταγγελιών από τους αρμόδιους εισαγγελείς.
- Εφαρμογή τεχνολογίας: Χρήση εργαλείων άμεσης ειδοποίησης (panic button) για τα θύματα και ηλεκτρονικής επιτήρησης (βραχιολάκι) στους δράστες.
- Ασφαλείς δομές: Αύξηση και ενίσχυση των ξενώνων φιλοξενίας για κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά τους.
- Εκπαίδευση αρχών: Συνεχής κατάρτιση της αστυνομίας και των λειτουργών υγείας για την έγκαιρη αναγνώριση των σημαδιών κινδύνου.
- Εκπαίδευση στα σχολεία: Προγράμματα για τον σεβασμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα από νεαρή ηλικία.
- Καταπολέμηση στερεοτύπων: Αποτροπή σεξιστικών αντιλήψεων και αναφορών που υποτιμούν τη γυναίκα.
- Ψυχοκοινωνική υποστήριξη: Δομές συμβουλευτικής και διαχείρισης θυμού για τους δράστες ή άτομα υψηλού κινδύνου.
Κάθε νέα γυναικοκτονία στο αστυνομικό δελτίο είναι η απόδειξη της αποτυχίας των θεσμών και της κοινωνίας να προασπίσει τα βασικά δικαιώματα των γυναικών. Οι γυναικοκτονίες δεν είναι «μεμονωμένα περιστατικά», αλλά η πιο ακραία έκφραση της έμφυλης βίας και των ανισοτήτων που εξακολουθούν να υπάρχουν στην κοινωνία. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί πρόληψη, ουσιαστική προστασία των θυμάτων και αποτελεσματική δικαιοσύνη. Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια γυναίκα, μια ζωή που χάθηκε και μια οικογένεια που άλλαξε για πάντα. Η σιωπή δεν μπορεί να είναι η απάντηση.