Όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα εμφανίζουν την ίδια ασθένεια, θα περίμενε κανείς ότι η θεραπεία που θα τους προταθεί θα είναι αντίστοιχη, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος ιατρικός λόγος για διαφορετική αντιμετώπιση. Ωστόσο, νέα διεθνής έρευνα δείχνει ότι αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Μια συστηματική ανασκόπηση μελετών από διαφορετικές χώρες διαπίστωσε ότι οι γυναίκες σε αρκετές σοβαρές παθήσεις είναι λιγότερο πιθανό να λάβουν την ίδια θεραπεία με τους άνδρες. Η διαφορά αφορά από καρδιολογικές επεμβάσεις και μεταμοσχεύσεις έως την αντιμετώπιση του πόνου.
Οι ερευνητές του University of St Andrews ανέλυσαν 38 μελέτες και διαπίστωσαν ότι στις 33 από αυτές οι γυναίκες είχαν μικρότερη πιθανότητα να λάβουν θεραπεία. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One, προσθέτουν νέα στοιχεία στη συζήτηση για το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην υγεία και την πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα.
Καρδιά: φάρμακα για τις γυναίκες, επεμβάσεις για τους άνδρες
Η μεγαλύτερη διαφορά εντοπίστηκε σε αρκετές καρδιαγγειακές παθήσεις. Γυναίκες που είχαν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αντιμετώπιζαν καρδιακή ανεπάρκεια ή αρρυθμία ήταν πιθανότερο να λάβουν φαρμακευτική αγωγή. Αντίθετα, οι άνδρες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να υποβληθούν σε στεφανιαία παράκαμψη (bypass), τοποθέτηση stent ή άλλη επεμβατική θεραπεία.
Οι γυναίκες ήταν επίσης λιγότερο πιθανό να λάβουν στατίνες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται ευρέως για τη μείωση της χοληστερόλης και την πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η διαφορά έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι καρδιαγγειακές παθήσεις δεν αποτελούν «ανδρική ασθένεια». Οι γυναίκες μπορούν να εμφανίσουν διαφορετικά συμπτώματα και σε διαφορετικές ηλικίες, γεγονός που έχει ήδη αναδειχθεί ως ένας από τους παράγοντες που μπορούν να δυσκολέψουν την έγκαιρη διάγνωση.
Από το Parkinson έως τη νεφρική ανεπάρκεια
Στους ασθενείς με Parkinson, οι άνδρες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να παραπεμφθούν για βαθιά εγκεφαλική διέγερση (deep brain stimulation), μια επεμβατική θεραπεία που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί. Αντίστοιχη διαφορά καταγράφηκε και σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Οι άνδρες είχαν περισσότερες πιθανότητες να λάβουν μεταμόσχευση ήπατος. Στους ασθενείς με νεφρική νόσο που χρειάζονταν αιμοκάθαρση, οι γυναίκες ήταν λιγότερο πιθανό να αποκτήσουν μόνιμη αγγειακή πρόσβαση για την αιμοκάθαρση και περνούσαν περισσότερο χρόνο με καθετήρα.
Και η αντιμετώπιση του πόνου παρουσίασε διαφορές. Οι γυναίκες ήταν λιγότερο πιθανό να λάβουν οπιοειδή παυσίπονα, παρότι αντιμετώπιζαν παρόμοιες παθήσεις.
Υπάρχουν διαφορετικές ιατρικές ανάγκες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης είναι ότι οι ερευνητές εξέτασαν εάν οι διαφορές θα μπορούσαν να εξηγηθούν από διαφορετικές κλινικές ανάγκες ανδρών και γυναικών. Η ανάλυση δεν εντόπισε στις μελέτες κάποια κατευθυντήρια οδηγία που να συνιστά διαφορετική θεραπεία αποκλειστικά με βάση το φύλο. Αυτό οδηγεί τους ερευνητές στο ερώτημα εάν ένα μέρος της διαφοράς μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αξιολογούν και αντιμετωπίζουν τους άνδρες και τις γυναίκες. Ο Andrew O’Malley, ο οποίος συν-ηγήθηκε της μελέτης, σημείωσε ότι τα ευρήματα αποτελούν υπενθύμιση στους κλινικούς γιατρούς να εξετάζουν εάν μια θεραπεία προσφέρεται με βάση τα πραγματικά κλινικά δεδομένα και όχι υποθέσεις.
Όπως υποστήριξε, προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι γιατροί είναι συχνότερο να αποδίδουν τα συμπτώματα των γυναικών στο άγχος και να κάνουν περισσότερα διαγνωστικά λάθη σε γυναίκες ασθενείς, ακόμη και όταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι θετικά.
Το επίμονο gender health gap
Η νέα μελέτη έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενου ενδιαφέροντος για το χάσμα υγείας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Για δεκαετίες, η ιατρική έρευνα βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε δεδομένα που δεν αντιπροσώπευαν ισότιμα τα δύο φύλα. Παράλληλα, η διαφορετική εκδήλωση ορισμένων ασθενειών στις γυναίκες, η υποτίμηση συμπτωμάτων και οι καθυστερήσεις στη διάγνωση έχουν αποτελέσει αντικείμενο ολοένα περισσότερης έρευνας.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το εάν μια γυναίκα θα λάβει τελικά θεραπεία. Αφορά ποια θεραπεία θα της προσφερθεί, πόσο γρήγορα θα διαγνωστεί και εάν τα συμπτώματά της θα αξιολογηθούν με την ίδια σοβαρότητα.Η Miriam Veenhuizen, επίτιμη λέκτορας στη School of Medicine του University of St Andrews και μία από τις συγγραφείς της μελέτης, τόνισε ότι αυτό που εντυπωσίασε τους ερευνητές δεν ήταν μόνο η κατεύθυνση των ευρημάτων, αλλά η συνέπειά τους. Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε, σύμφωνα με την ίδια, στην καρδιολογία, τη χειρουργική, τις μεταμοσχεύσεις και την επείγουσα ιατρική.