Η Μαλάτι Μοντάλ είναι χήρα εδώ και μια δεκαετία. Μια βασιλική τίγρη της Βεγγάλης σκότωσε τον σύζυγό της που είχε βγει με τη βάρκα του για ψάρεμα στα μαγκρόβια νερά της Δυτικής Βεγγάλης.
Η ζωή στο τεράστιο μαγκρόβιο δάσος Σουνταρμπάνς, το οποίο εκτείνεται από τη Δυτική Βεγγάλη της Ινδίας έως το νότιο τμήμα του Μπαγκλαντές, ήταν ανέκαθεν ριψοκίνδυνη για τις τοπικές κοινότητες. Για τις χήρες των τίγρεων είναι στιγματισμένη και οικονομικά αβάσταχτη… Οι γυναίκες αυτές θεωρούνται «καταραμένες», κακός οιωνός για τα χωριά τους και υπεύθυνες για τους θανάτους των συζύγων τους.
Το δάσος Σουνταρμπάνς, μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, είναι ένας λαβύρινθος από παλιρροϊκά αλμυρά υδάτινα ρεύματα, λασπώδεις εκτάσεις και νησιά. Καλύπτει μεγάλο μέρος των ενωμένων δέλτα των ποταμών Γάγγη και Βραχμαπούτρα και είναι το μεγαλύτερο μαγκρόβιο δάσος στον κόσμο με έκταση 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τα 6.000 από αυτά βρίσκονται στο Μπαγκλαντές και τα υπόλοιπα στη Δυτική Βεγγάλη της Ινδίας. Είναι το «σπίτι» για πολλά απειλούμενα με εξαφάνιση είδη αυτού του πλανήτη, όπως τα ποταμίσια δελφίνια του Γάγγη, ο ινδικός πύθωνας και η βασιλική τίγρη της Βεγγάλης.

Στις περιοχές Σατκίρα, Μπαγκερχάτ και Κούλνα, υπάρχει ένα βουβό πένθος χωρίς επίσημο όνομα. Ανήκει στις «Μπαγκ Μπιντόμπα» — τις χήρες των οποίων οι σύζυγοι πήγαν στα δάση Σουνταρμπάνς για ψάρεμα, υλοτομία ή για να συλλέξουν μέλι και δεν επέστρεψαν ποτέ. Τους «πήρε» η τίγρη της Βεγγάλης. Αλλά αυτό που ακολούθησε για τις γυναίκες που έμειναν πίσω ήταν χειρότερο από την ίδια την απώλεια.
«Ο πεθερός μου πέθανε από στεναχώρια για την απώλεια του παιδιού του. Εγώ έμεινα πίσω χωρίς να μπορώ να στηρίξω την οικογένειά μου. Το μεροκάματο δεν έφτανε για τίποτα, ούτε καν για την εκπαίδευση της κόρης μου. Αναγκάστηκα να την παντρέψω. Οι άνθρωποι γύρω μας, μας κορόιδευαν συνεχώς. Οι γείτονες προσπάθησαν να πάρουν τη γης μας. Έχουν γκρεμίσει το σπίτι μας τρεις φορές». Η Τσαριμπάν Μπίμπι, είναι κάτοικος της περιοχής Μαχαραζπούρ και χήρα των τίγρεων της Βεγγάλης.
Το κυνήγι της επιβίωσης
Εκτιμάται ότι έως και 125 τίγρεις της Βεγγάλης ζουν στην περιοχή Σουνταρμπάνς του Μπαγκλαντές και περίπου 88 στην ινδική πλευρά. Η τίγρη της Βεγγάλης είναι δεινή κυνηγός. Για την επιβίωσή της θα κάνει τα πάντα. Η κύρια τροφή των εν λόγω αιλουροειδών είναι τα ελάφια και οι άγριοι χοίροι, αλλά τα ψάρια και τα καβούρια προσφέρουν πάντα μια νόστιμη και σημαντική εναλλακτική πηγή ενέργειας. Οι τίγρεις κυνηγούσαν τα θηράματά τους στα ρηχά νερά των ποταμών. Τώρα πια αναγκάζονται να κολυμπούν μεγάλες αποστάσεις στα βαθιά για να βρουν αυτό που θα τις κρατήσει στη ζωή.

Οι μοιραίες «συναντήσεις» ανθρώπων-τίγρεων στα ύδατα του μαγκρόβιου δάσους έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Οι περιβαλλοντολόγοι και οικολόγοι επιμένουν ότι η εν λόγω αύξηση οφείλεται στη συρρίκνωση του οικοτόπου των τίγρεων λόγω της παράνομης αποψίλωσης των δασών και της αύξησης του ανθρώπινου παράγοντα στην περιοχή. Υπάρχει πλέον πολύ μεγαλύτερος ανταγωνισμός για τους διατροφικούς πόρους, σημειώνει ο Σαουράβ Μαλχότρα, επικεφαλής του διεθνούς περιβαλλοντικού μη κερδοσκοπικού οργανισμού, «Conservation International». «Οι άνδρες-χωρικοί ρισκάρουν ψαρεύοντας πιο βαθιά στο δάσος και εκ των πραγμάτων δέχονται δυσανάλογα περισσότερες επιθέσεις από τίγρεις», εξηγεί.
«Swami khejos»… αυτές που τρώνε τους άνδρες τους
Οι γυναίκες, όπως η Μαλάτι Μοντάλ, αντιμετωπίζονταν ανέκαθεν ως απόκληρες και κατηγορούνταν για τους θανάτους των συζύγων τους. Ονομάζονται «swami khejos» — δηλαδή «αυτές που τρώνε τους συζύγους τους». Ως στιγματισμένες είναι αποκλεισμένες από όλες τις παραδοσιακές ασχολίες, ήτοι τη γεωργία και την αλιεία.
Το στίγμα της χηρείας σε μια κοινωνία που βρίθει προκαταλήψεων δεν αφορά μόνο την τοπική οικονομία. Οι γυναίκες αυτές δεν δικαιούνται κρατική βοήθεια, διότι οι σύζυγοι τους πέθαναν ψαρεύοντας, μαζεύοντας μέλι ή κόβοντας κορμούς δένδρων παράνομα μέσα στο μαγκρόβιο δάσος.
Το δάσος… ως γραμμή άμυνας για τις «swami khejos»
Μια νέα πρωτοβουλία με στόχο την προστασία και τη διατήρηση του οικοσυστήματος του Σουνταρμπάνς ελπίζει να συμπαρασύρει σε μια καλύτερη ζωή τις χήρες των τίγρεων. Το σκεπτικό είναι οι γυναίκες να αποκτήσουν μια πηγή εισοδήματος, η οποία θα τις επανεντάξει στην τοπική κοινωνία, αποκαθιστώντας παράλληλα το περιβάλλον από το οποίο εξαρτώνται αυτές, οι τίγρεις και όλη κοινότητα.
Η κοινωνική και περιβαλλοντική οργάνωση, «i-Behind The Ink» (IBTI), μάζεψε τις χήρες αλλά και τις ντόπιες γυναίκες και τις πληρώνει για να «αναστήσουν» το μαγκρόβιο δάσος. Η οργάνωση δηλαδή, χρηματοδοτεί και καθοδηγεί τη μαζική φύτευση δενδρυλλίων μαγκρόβιας βλάστησης. Η αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος θα κρατήσει τις τίγρεις βαθύτερα στο δάσος και άρα μακριά από τα χωριά.
Οι «καταραμένες» δουλεύουν σκληρά. Ο 26χρονος Αλί Σαρίφ, επικεφαλής του προγράμματος της IBTI στην περιοχή, δήλωσε στο CNN ότι μέσα σε μία μόλις εβδομάδα οι γυναίκες φυτεύσαν περισσότερα από 100.000 δενδρύλλια σε 400.000 τετραγωνικά μέτρα ακτογραμμής μεταξύ των χωριών Λασκαπούρ και Βιβεκανάντα Πάλι. Δύο χωριά, ευάλωτα στην άνοδο της στάθμης των υδάτων της θάλασσας και τους τροπικούς κυκλώνες, που προστατεύονται από ένα μόνο ανάχωμα. «Εάν το ανάχωμα σπάσει, τα χωριά μπορεί να καταστραφούν, να χάσουν πάντα: σπίτια, γεωργία, γη», εξηγεί ο Αλί Σαρίφ.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το μαγκρόβιο δάσος Σουνταρμπάνς προστατεύει τις παράκτιες περιοχές από τη διάβρωση, τους κυκλώνες και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Τα αυτοφυή δενδρύλλια που έχουν καλλιεργηθεί και φροντιστεί από τις γυναίκες τους τελευταίους έξι μήνες φυτεύονται μπροστά από το ανάχωμα και παρέχουν μια επιπλέον γραμμή άμυνας ενάντια στις βίαιες διαθέσεις του καιρού και της κλιματικής κρίσης. Η IBTI κατάφερε να φέρει τις χήρες των τίγρεων στο επίκεντρο της κοινότητας ως προστάτιδες του περιβάλλοντος.
Το αναγεννημένο δάσος θα λειτουργήσει επίσης ως φράγμα ενάντια στην αυξανόμενη αλατότητα του νερού που προκαλείται από τις πλημμύρες, οι οποίες απειλούν την υγεία των μαγκρόβιων, καταστρέφουν τις καλλιέργειες και διαταράσσουν τους πληθυσμούς των ψαριών. Η ιδέα είναι ότι με την πάροδο του χρόνου, οι πληθυσμοί των ψαριών να ανακάμψουν, παρέχοντας περισσότερη τροφή τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις τίγρεις, με αποτέλεσμα λιγότερες μοιραίες… συναντήσεις.
Οι γυναίκες πληρώνονται 300 ρουπίες (3,30 δολάρια) την ημέρα για την εργασία τους. Ποσό που μπορεί να μην ακούγεται αρκετό, αλλά «φέρνει πραγματική αλλαγή» σύμφωνα με τον Αλί Σαρίφ. «Είναι η διαφορά μεταξύ του να αγνοείς μια ασθένεια και να λαμβάνεις θεραπεία».
«Οι γυναίκες εργάζονται για έναν σκοπό που αρχικά ανέτρεψε τη ζωή τους και τώρα αποκαθιστά την αξιοπρέπειά τους», σχολιάζει ο Αλί Σαρίφ. Το όραμά του είναι το πρότζεκτ αυτό να φτάσει στα πιο μακρινά και ευάλωτα μέρη του Σουνταρμπάνς.
Έχω γνωρίσει πολλές χήρες των τίγρεων, λέει ο 26χρονος Αλί και προσθέτει: Θέλω να δημιουργήσω έναν ασφαλή χώρο για τις γυναίκες που εργάζονται με μας… Μόλις νιώσουν ασφαλείς και σεβαστές, θα μας ακολουθήσουν ακόμη περισσότερες.