Παιδιά με σώματα σκελετωμένα από την πείνα. Πρόσωπα εξαντλημένα. Άνθρωποι που περιμένουν ένα πιάτο φαγητό στο συσσίτιο. Τραυματίες στα νοσοκομεία. Η Αθήνα της Κατοχής όπως απαθανατίστηκε από τον φακό της Βούλας Παπαϊωάννου, μιας από τις σημαντικότερες Ελληνίδες φωτογράφους του 20ού αιώνα.
Μια δημιουργός που ξεκίνησε φωτογραφίζοντας αρχαιότητες και τοπία, αλλά όπου όταν ο πόλεμος εισέβαλε στη ζωή της χώρας έστρεψε τον φακό της στους ανθρώπους. Η Κατοχή άλλαξε τη φωτογραφία της και άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβανόταν τον ρόλο του φωτογράφου. Οι φωτογραφίες τους δίνουν την αίσθηση πως η Παπαϊωάννου δεν θέλει να παραμείνει μια παρατηρήτρια της Ιστορίας αλλά να γίνει μάρτυρας της.
Ποια ήταν η Βούλα Παπαϊωάννου
Η Βούλα Θεοχάρη Παπαϊωάννου γεννήθηκε στη Λαμία το 1898. Κόρη του αξιωματικού Θεοχάρη Παπαϊωάννου και της Αφροδίτης Παπακώστα. Το 1908 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εκείνη θα ζούσε μέχρι τον θάνατό της το 1990. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών και στα μέσα της δεκαετίας του 1930 άρχισε να ασχολείται συστηματικότερα με τη φωτογραφία, με την καθοδήγηση του φωτογράφου Πάνου Γεραλή.

Τα πρώτα της θέματα δεν προμήνυαν τη φωτογράφο που θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα. Φωτογράφιζε τοπία, αρχαία μνημεία και μουσειακά εκθέματα. Η κήρυξη όμως του ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940 αποτέλεσε τομή στη δουλειά της. Ήταν τότε που η Παπαϊωάννου άρχισε να στρέφεται προς την πόλη και τους ανθρώπους της.

Φωτογράφισε την επιστράτευση και τους άνδρες που έφευγαν για το μέτωπο, την πολεμική προετοιμασία της Αθήνας, τις γυναίκες που ετοίμαζαν ρουχισμό για τους στρατιώτες και τους πρώτους τραυματίες που επέστρεφαν από το αλβανικό μέτωπο.

Στο φωτογραφικό της αρχείο συναντά κανείς ακόμη τη νοσηλεία τραυματιών από τον Ερυθρό Σταυρό, τη μεταφορά ασθενών και αργότερα τα συσσίτια της Κατοχής.

Ένα από τα πρώτα μεγάλα σύνολα αυτής της περιόδου ήταν το λεύκωμα «Οι τραυματίαι μας», με 161 φωτογραφίες οργανωμένες σε θεματικές ενότητες. Όμως τα χειρότερα δεν είχαν ακόμη έρθει.

Ο φακός απέναντι στη Μεγάλη Πείνα
Στις 27 Απριλίου 1941 οι γερμανικές δυνάμεις μπήκαν στην Αθήνα. Πολύ σύντομα η πείνα έγινε μέρος της καθημερινότητας της κατεχόμενης πόλης και κορυφώθηκε τον τρομακτικό χειμώνα του 1941-42. Τα φτωχότερα στρώματα χτυπήθηκαν περισσότερο, ενώ ανάμεσα στα μεγαλύτερα θύματα βρίσκονταν οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά.

Είναι αυτή η Αθήνα που αποφασίζει να φωτογραφίσει η Παπαϊωάννου. Ο φακός της πλησιάζει πλέον εκεί όπου η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται στα όριά της. Φωτογραφίζει παιδιά με κορμιά παραμορφωμένα από την ασιτία, ανθρώπους στα συσσίτια, αρρώστους, τραυματίες. Δεν καταγράφει πια απλώς έναν πόλεμο. Καταγράφει τι κάνει ο πόλεμος στο ανθρώπινο σώμα.

Το Μουσείο Μπενάκη, όπου σήμερα φυλάσσεται το φωτογραφικό αρχείο της, επισημαίνει ότι η εμπειρία των δεινών του άμαχου πληθυσμού ενεργοποίησε την κοινωνική συνείδηση της φωτογράφου. Η Παπαϊωάννου αντιλήφθηκε τη δύναμη της φωτογραφίας να κινητοποιεί τη συνείδηση της κοινής γνώμης. Στο έργο της Παπαιωάννου οι άνθρωποι δεν μετατρέπονται απλώς σε «θύματα».

Ακόμη και στις πιο σκληρές εικόνες υπάρχει μια προσπάθεια διατήρησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η φωτογραφία της είναι καταγγελτική χωρίς να γίνεται θεαματική. Δεν χρειάζεται να υπερβάλει. Αυτό που βρίσκεται μπροστά στον φακό είναι ήδη αβάσταχτο.

Το «Μαύρο Λεύκωμα»
Μέσα στην Κατοχή γεννήθηκε ένα από τα σημαντικότερα έργα της, το λεγόμενο «Μαύρο Λεύκωμα». Περιλάμβανε 83 φωτογραφίες παιδιών και ενηλίκων που είχαν εξαντληθεί από την ασιτία και, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού σε μόλις τέσσερα αντίτυπα. Η Παπαϊωάννου έχει περιγράψει σε μεταγενέστερη συνέντευξή της πώς βρέθηκε μαζί με Ελβετούς γιατρούς που είχαν έρθει για να παρατηρήσουν την κατάσταση στην κατεχόμενη Αθήνα. Οι γερμανικές αρχές δεν επέτρεπαν τη φωτογράφιση, εκείνη όμως φωτογράφιζε παρά την απαγόρευση.
Οι εκτυπώσεις γίνονταν κρυφά στο σπίτι της, στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ 6. Στον επάνω όροφο του ίδιου κτιρίου ζούσαν Γερμανοί που είχαν επιτάξει τα διαμερίσματα και λίγους ορόφους παρακάτω εκείνη εργαζόταν κρυφά πάνω στις φωτογραφίες της. Ο νεαρός τότε ζωγράφος Γιώργος Μανουσάκης, που είχε αναλάβει το ρετούς, έχει περιγράψει ότι έκρυβε το παράνομο φωτογραφικό υλικό κοντά στον φωταγωγό, ώστε να μπορεί να το εξαφανίσει σε περίπτωση εφόδου.
Με τα σημερινά δεδομένα, όταν εκατομμύρια εικόνες πολέμου μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο, είναι δύσκολο ίσως να αντιληφθούμε τι σήμαινε τότε η παραγωγή ενός τέτοιου φωτογραφικού αρχείου. Δεν υπήρχε κινητό τηλέφωνο που μπορούσε να κρυφτεί σε μια τσέπη ούτε δυνατότητα άμεσης αποστολής μιας εικόνας. Υπήρχε το φιλμ, το αρνητικό, η εμφάνιση, η εκτύπωση, ένα φυσικό τεκμήριο που μπορούσε να κατασχεθεί και να προδώσει τον δημιουργό του.
Η καθημερινότητα της Κατοχής
Ωστόσο, αν περιορίσουμε τη δουλειά της Παπαϊωάννου στις συγκλονιστικές εικόνες της πείνας, αδικούμε το εύρος της. Η φωτογράφος κατέγραψε και τη ζωή που επέμενε να συνεχίζεται. Τα συσσίτια, τα νοσοκομεία, τη μεταφορά ασθενών, αλλά και τους δρόμους της Αθήνας, τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.

Το αρχείο της περιλαμβάνει ακόμη φωτογραφίες από τα κρατητήρια των SS στην οδό Μέρλιν και φωτογραφικά αντίγραφα από γράμματα ανθρώπων πριν οδηγηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, καθώς και σημειώματα μελλοθάνατων στους τοίχους των κελιών. Η Παπαϊωάννου στρέφει τον φακό της προς τους ανώνυμους ανθρώπους. Δεν αναζητά τον μεγάλο ήρωα της Ιστορίας. Πρωταγωνιστής της γίνεται ο απλός άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε δύσκολες συνθήκες.

Από την Κατοχή στην Απελευθέρωση
Τον Οκτώβριο του 1944 η φωτογραφική αφήγηση αλλάζει και πάλι. Η Παπαϊωάννου βρίσκεται εκεί για να καταγράψει τις στιγμές της Απελευθέρωσης και την είσοδο των Συμμάχων στην Αθήνα. Το αρχείο της περιλαμβάνει στιγμιότυπα από εκείνες τις ημέρες αλλά και από τα Δεκεμβριανά που ακολούθησαν. Ο πόλεμος τελείωνε, όχι όμως και η ανθρώπινη δοκιμασία. Μετά την Απελευθέρωση η Παπαϊωάννου συνεργάστηκε με την UNRRA, την United Nations Relief and Rehabilitation Administration, και περιόδευσε στη ρημαγμένη ελληνική ύπαιθρο. Φωτογράφισε κατεστραμμένα χωριά, δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και μια χώρα που επιχειρούσε να ξανασταθεί στα πόδια της ενώ βάδιζε προς τον Εμφύλιο.

Και πάλι όμως δεν έμεινε μόνο στην καταγραφή της καταστροφής. Το Μουσείο Μπενάκη σημειώνει ότι συχνά ξεπερνούσε τα όρια της επίσημης αποστολής της, φωτογραφίζοντας τα πρόσωπα και τις προσωπικές ιστορίες απλών ανθρώπων και δίνοντας έμφαση στην αξιοπρέπειά τους και όχι μόνο στη δυστυχία τους.
Η γυναίκα πίσω από τον φακό
Η Βούλα Παπαϊωάννου συνέχισε να φωτογραφίζει για περίπου τρεις δεκαετίες, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Το 1978 δώρισε το φωτογραφικό της αρχείο στο Μουσείο Μπενάκη. Πέθανε στην Αθήνα το 1990. Το έργο της εντάσσεται σήμερα σε εκείνο το ρεύμα της ανθρωπιστικής φωτογραφίας που αναπτύχθηκε μέσα από την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι φωτογραφίες της Βούλας Παπαιωάννου όμως είναι κάτι περισσότερο από ιστορικά ντοκουμέντα.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, οι φωτογραφίες της δεν είναι μόνο η ιστορία ενός πολέμου. Είναι η ιστορία των ανθρώπων που βρέθηκαν μέσα του.