Οκτ 28, 2026 ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Blockbuster ή σινεφίλ; Δέκα ταινίες επικής απόλαυσης και αντίστασης για το Έπος του ‘40

Από την αισθητική των πολυβόλων του Τζέιμς Πάρις στον ποιητικό αντιηρωισμό του Τάκη Κανελλόπουλου. Η 28η Οκτωβρίου ενδείκνυται για τηλεμαραθώνιους.

Οκτ 28, 2026 ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Blockbuster ή σινεφίλ; Δέκα ταινίες επικής απόλαυσης και αντίστασης για το Έπος του ‘40
Ταινίες για ήρωες και αντιήρωες

Από το «ελάτε να τα πάρετε» του Κώστα Πρέκα στα οχυρά του Ρούπελ  στο… «μας αγαπάνε οι Γερμανοί, σαν φίλοι ήρθανε» του Δήμου Σταρένιου, του αρχετυπικού δοσίλογου. Και από το «Αυτοί που κάνουν τον πόλεμο, το ‘χουν δει τούτο ‘δω; Ποιο; Να, αυτή την ερημιά…», στο χιονισμένο Βίτσι μέχρι το «άραγε θα μας ξεχάσουν» των μελλοθάνατων ηρώων της Καισαριανής. 

Κάθε 28η Οκτωβρίου όταν έχουν τελειώσει οι πολύβουες στρατιωτικές παρελάσεις, οι μπάντες, οι ατάκες εθνικής ανάτασης από τα χείλη πολιτικών και άλλων, περιμένω τη στιγμή του ζάπινγκ. Περιμένω να πέσουν οι τίτλοι και να αρχίσει η κινηματογραφική αντίσταση.

Το έπος του ‘40, η εθνική επέτειος που τιμά την έναρξη και όχι το τέλος ενός βάρβαρου, κατακτηκτικού πολέμου, έχει εμπνεύσει τον ελληνικό κινηματογράφο με αρκετές ταινίες, όχι και τόσες πολλές. Ταινίες που έχουν γυριστεί σε διάφορες δεκαετίες και χρονικές συγκυρίες για τη χώρα αποτυπώνοντας πολλές φορές την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική κατάσταση μιας εποχής. 

Υπάρχουν ταινίες με πρωταγωνιστές από την «αφρόκρεμα» του εμπορικού κινηματογράφου της εποχής. Και υπάρχουν και άλλες ταινίες… που αφήνουν την εικόνα να μιλήσει. Μεταπολεμικά γυρίστηκαν δεκάδες ταινίες γύρω από τη σημαντικότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας. Δυστυχώς, λόγω και της υψηλής παραγωγικότητας στην εποχή της επταετούς δικτατορίας, οι ηρωικές ταινίες είναι συνυφασμένες στη συνείδηση του κοινού με γραφικότητες, μεγαλοστομίες και με κάποιες «υπερπαραγωγές» που φλέρταραν με το γκροτέσκο. Ωστόσο, ο εγχώριος κινηματογράφος έχει να επιδείξει και ορισμένα αξιόλογα έως έξοχα φιλμ, που κάποια, πραγματικά, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από φημισμένες ξένες παραγωγές ή που κάποιοι τεράστιοι δημιουργοί σαν τον Φεντερικό Φελίνι είχαν πει ότι θα ήθελαν να τις είχαν γυρίσει αυτοί. 

Μπλοκμπάστερ ή σινεφίλ, το έπος του ‘40, έχει επιλογές. Αυτές είναι οι δικές μας δέκα προτάσεις για αύριο πρωί ή βράδυ με ποπ κορν και ήρωες στα ελληνοαλβανικά σύνορα ή στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής. Με αφορμή την 86η εθνική επέτειο και τις ένδοξες χρονιές που ακολούθησαν μέχρι την απελευθέρωση, θυμόμαστε τις ταινίες του είδους, που ανέδειξαν το ταλέντο των ανθρώπων που βρίσκονταν μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Κάποιες απ’ τις οποίες, περιέργως, έχουν εξαφανιστεί ή τις βλέπουμε σπανίως στην τηλεόραση.

«Η Δασκάλα με τα Ξανθά μαλλιά»

Καλώς ήρθατε στη Μακρινίτσα του Πηλίου (αν και στην ταινία είμαστε στην Κρυόβρυση Πιερίας) με το πιο δυνατό πρωταγωνιστικό δίδυμο όλων των εποχών: την εθνική σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Μια νεαρή και όμορφη δασκάλα διορίζεται σε ένα χωριό με καχύποπτους και οπισθοδρομικούς παιδαγωγικά χωριανούς. Και η κατάσταση χειροτερεύει όταν αυτή ερωτεύεται τον γιο του Προέδρου… του χωριού. Τελικά το ζευγάρι παντρεύεται στις 27 Οκτωβρίου 1940, αλλά άτυχο λόγω δραματουργίας αφού στο τέλος του γαμήλιου γλεντιού ξεσπά ο πόλεμος. Ο Στέφανος αναχωρεί για το μέτωπο και σύντομα γίνεται γνωστό ότι σκοτώθηκε στη μάχη…. Δεν θα πω τίποτε άλλο. 

Η πρεμιέρα συμβολική έγινε στις 27 Οκτωβρίου του 1969. Η ταινία πρώτη σε πωλήσεις εισιτηρίων. Στους τίτλους τέλους στο όνομα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, υπάρχει ένα έξτρα «πα» – αναγράφεται ως «Δημήτρης Παπαπαμιχαήλ». 

«ΟΧΙ» 

Πολεμική παραγωγή εν έτει 1969, άρα Τζέιμς Πάρις κατά κόσμον Δημήτρης Παρασχάκης. Το σενάριο είναι του Αντώνη Δαυίδ και είναι κυριολεκτικά βγαλμένο από τη ζωή… αφού είναι η ζωή του. Σκηνοθετεί ο Ντίμης Δαδήρας, παίζει ο Κώστας Πρέκας. Και αυτή η ταινία έκανε πρεμιέρα παραμονή της εθνικής επετείου (27/10/1969). Τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με τρία βραβεία καθώς τότε τιμώνταν υπέρ του δέοντος οι πατριωτικές φανφάρες. 

Στην πλοκή ο Δημήτρης, ήρωας του Ρούπελ και ερωτευμένος με την κόρη του Ιταλού πρέσβη Στέλλα Σαλβατόρε φεύγει στη Μέση Ανατολή για να συνεχίσει τον αγώνα, αλλά επιστρέφει κρυφά στην Ελλάδα με αποστολή να οργανώσει ένα μεγάλο σαμποτάζ. Όταν συνθηκολογεί η Ιταλία, ο πρώην πρέσβης και νυν συνταγματάρχης Σαλβατόρε αυτοκτονεί, αρνούμενος να συνεργαστεί με τον ναζί Σβάιτσερ, και ο Δημήτρης μετά τη διάπραξη του σαμποτάζ συλλαμβάνεται και εκτελείται. Αλλά τι απέγινε η Στέλλα;

«Κοντσέρτο για Πολυβόλα» 

Ο Ντίνος Δημόπουλος σκηνοθετεί και ο Νίκος Φώσκολος γράφει το σενάριο. Δίδυμο μιας εγγυημένης εμπορικής επιτυχίας μ’ ένα επίσης εγγυημένο για επιτυχία δίδυμο ηθοποιών: Τζένη Καρέζη και Κώστας Καζάκος. Βρισκόμαστε στην Αθήνα λίγο πριν από την έναρξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη – η Νίκη – είναι πολιτικός υπάλληλος του Γενικού Επιτελείου Στρατού και κατηγορείται ότι παρέδιδε στρατιωτικά έγγραφα σ’ έναν πράκτορα των Ιταλών. Και είναι αλήθεια, μια κι εκείνος την εκβίαζε με τη ζωή του αδελφού της, φοιτητή στην Ιταλία. Δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της και αδιαφορεί αν θα καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά αποδέχεται την πρόταση του στρατηγού Δαρείου να συνεχίσει να δίνει στον εχθρό απόρρητα έγγραφα, που θα τα κατασκευάζει το ΓΕΣ. Στο διπλό αυτό παιχνίδι των κατασκόπων μπλέκεται και ο λοχαγός Θεοδώρου (ερωτευμένος με τη Νίκη, που συλλαμβάνεται, περνά από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε καθαίρεση και θάνατο). Έχει και συνέχεια αλλά μακριά από εμένα τα spoilers.

Πολλά από τα γυρίσματα έγιναν στην Κηφισιά, στη βίλα Καζούλη (που είχε υπάρχει φρουραρχείο των SS και τόπος βασανιστηρίων). Η μουσική – σε πολλά σημεία κυριαρχεί μέχρι που σε γονατίζει – είναι του Μάκη Καπνίση. Η ταινία έκανε πρεμιέρα το 1967.

«Η Χαραυγή της Νίκης» 

Ταινία του 1971 σε σκηνοθεσία Ντίμη Δαδήρα με πρωταγωνιστές τους Λάκη Κομνηνό και Μπέττυ Αρβανίτη αλλά την παράσταση κλέβει ο δοσίλογος Δήμος Σταρένιος με τους φίλους του. 

Οι συμμαχικές δυνάμεις Μέσης Ανατολής, αναθέτουν στο Νικήτα, γιο ενός μπεκρή συνεργάτη των Γερμανών, την καταστροφή του γερμανικού στρατιωτικού αεροδρομίου στην Κρήτη. Ο Νικήτας αγαπά τη Μάρθα, με την οποία είναι επίσης ερωτευμένος ο αρχηγός των ανταρτών και οι δύο άνδρες έρχονται αναπόφευκτα σε σύγκρουση. Ο έρωτας… σκοτώνει.

«28η Οκτωβρίου, ώρα 5:30»

Άλλη μια υπερπαραγωγή του Τζέιμς Πάρις και με μεταγραφή πρωταγωνιστή από το εξωτερικό… ο Φερνάντο Σάντσο… Στο σενάριο του Διονύση Τζεφρώνη ο πόλεμος (πάλι) βρίσκει τους χωριανούς κατά τη διάρκεια γλεντιού. Στην ταινία ο μεταγλωτισμένος Φερνάντο Σάντσο το πίνει το κρασί του. Τα παλικάρια πάνε στον πόλεμο αλλά οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό και ένας μόνος τρελός… ο Σάντσο (Πλατανιάς στην ταινία το όνομά του αν και παραπέμπει σε χωριό) αντιστέκεται μαζί με τον γιο του. Παράλληλα αρχίζει ένας έρωτας που ο Σάντσο δεν εγκρίνει… Στην ταινία (ξεκινά η τάση) των σατανικών αξιωματικών των SS με κάλυπτρο πάνω από το μάτι. 

Ο Τζέιμς Πάρις είχε την «ικανότητα» να εξασφαλίζει τη συνδρομή του ελληνικού στρατού (παραχώρηση αρμάτων μάχης, στρατιωτών ως κομπάρσων κ.λπ.), δημιουργώντας ταινίες που όμοιές τους δεν είχαν ξαναγίνει στην Ελλάδα σε επίπεδο παραγωγής.

«Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;»

Η καλύτερη, μακράν, ταινία για την κατοχή και την αντίσταση στην Ελλάδα, δίχως εξόφθαλμους ηρωισμούς και μεγάλα λόγια και με έναν Θανάση Βέγγο να δίνει ρεσιτάλ και να ακροβατεί μοναδικά μεταξύ του σπαρακτικού και του κωμικού.

Έχοντας γράψει ένα αρκετά δυνατό σενάριο, με τη συνδρομή του Ασημάκη Γιαλαμά, ο Ντίνος Κατσουρίδης, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος και πολύ σωστά χαρακτηρισμένος «πολυεργαλείο» του ελληνικού σινεμά, σκηνοθετεί ευρηματικά και αποφεύγοντας ευκολίες και μελοδραματισμούς, μία κωμωδία, που τη συνδέει δεξιοτεχνικά με το δράμα, την τραγικότητα των στιγμών και τον σπαραγμό του ήρωα-αντιήρωα Θανάση Βέγγου. Η πολυσήμαντη αντιπολεμική ταινία στέλνει ισχυρά αντιδικτατορικά μηνύματα, ξεπερνώντας τους μηχανισμούς λογοκρισίας, με τις ξεκαρδιστικές κωμικές σκηνές και βεβαίως την παρουσία του πρωταγωνιστή λαϊκού ινδάλματος.

 

Ούτε η χούντα δεν μπορούσε να τα βάλει τότε με τον αγαπημένο Θανάση. Η ταινία, έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1971, με το κοινό να τον αποθεώνει και να τον σηκώνει στον αέρα, καταλαβαίνοντας την αντιστασιακή της διάσταση της ταινίας και την κριτική επιτροπή να της δίνει τρία βραβεία (στη δημιουργική φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη, στην καλλιτεχνική επιμέλεια και φυσικά στην συγκλονιστική ερμηνεία του Βέγγου). Παρά τους χαφιέδες της εποχής και την αστυνομοκρατία, το φιλμ έκοψε πάνω από 640.000 εισιτήρια στην Α’ Προβολή (Αθήνα – Πειραιάς).

Η ιστορία αφορά έναν απλό φοβισμένο και πεινασμένο άνθρωπο, που δουλεύει σε επιταγμένο από τους Γερμανούς εργοστάσιο και εμπλέκεται άθελά του με μία αντιστασιακή ομάδα. Δεν είναι λίγες οι σκηνές που μπαίνουν στο ανθολόγιο των καλύτερων του ελληνικού σινεμά και που προκαλούν πηγαία γέλια και δάκρυα συγκίνησης, αλλά η συναρπαστική ερμηνεία του Βέγγου, αναδεικνύοντας το μεγαλείο που μπορεί να κρύβει ένας ανθρωπάκος τις πιο δύσκολες στιγμές, είναι αυτή που στέλνει σε άλλη διάσταση το φιλμ. Μαζί του, η Έφη Ροδίτη και ο θαυμάσιος Αντώνης Παπαδόπουλος, στον ρόλο της ζωής του, υποδυόμενος έναν αγαθιάρη Γερμανό στρατιώτη.

«Το ξυπόλητο τάγμα»

Ακόμη και το πώς γυρίστηκε η ταινία του Γκρεγκ Τάλλας είναι από μόνο του ένα γοητευτικότατο στόρι για ταινία. Βρισκόμαστε στα 1952 σε μια Ελλάδα που προσπαθεί να βγει από τα ερείπια. Πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, κατεστραμμένη οικονομία και υποδομές. Ο Ελληνοαμερικανός Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός) έχει ακούσει από τον ηθοποιό Νίκο Κατσιώτη την ιστορία με τα ορφανά που έβγαλαν οι Γερμανοί από τα ιδρύματα, για να επιτάξουν τα κτίρια και αυτά αναγκάστηκαν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, κλέβοντας από τους κατακτητές για να επιβιώσουν, βοηθώντας παράλληλα όσους είχαν ανάγκη, ακόμη και αντιστασιακές ομάδες.

Μία συγκλονιστική ιστορία, απ’ τις πολλές εκείνης της εποχής. Ο Τάλλας, βρίσκοντας ανύπαρκτα τεχνικά μέσα, αναγκάζεται να γυρίσει την ταινία με μια κινηματογραφική μηχανή της δεκαετίας του ‘20. Ωστόσο, δεν είναι αυτά που συνθέτουν τη μοναδικότητα της παραγωγής, αλλά ότι χρησιμοποιήθηκαν για τους ρόλους 60 παιδιά από ορφανοτροφεία, ενώ χρησιμοποιήθηκαν μόνο δυο ηθοποιοί, ο Νίκος Φέρμας και η Μαρία Κωστή. Το συγκινητικό φιλμ, που γνώρισε μεγάλες διακρίσεις, διασώθηκε χάρις την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει, για πρώτη φορά, σε ταινία τη μουσική.

«Το μπλόκο»

Η μοναδική ταινία για το ιστορικό μπλόκο των Γερμανών στην Κοκκινιά, που γύρισε ο Άδωνις Κύρου, σαφώς επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό, με ικανοποιητικό αποτέλεσμα. ‘Αλλωστε του αξίζει τουλάχιστον ένα μεγάλο μπράβο γιατί καταπιάνεται με ένα θέμα ταμπού, δηλαδή την ύπαρξη των κουκουλοφόρων συνεργατών των ναζί.

Κυριαρχεί η μουσική επένδυση του Θεοδωράκη, ενώ ο Κώστας Καζάκος κάνει τον καλύτερο ρόλο του στο σινεμά, έχοντας δίπλα του τους Μάνο Κατράκη, Γιάννη Φέρτη και την Ξένια Καλογεροπούλου. Μια οικογένεια γλεντά στο σπίτι της, για έναν γάμο, όταν ξημερώνει μία από τις μελανότερες ημέρες της σύγχρονης ιστορίας, καθώς Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους κυκλώνουν την Κοκκινιά και παίρνουν τους άνδρες για εκτέλεση. Ήταν 7 Αυγούστου του 1944.

«Ουρανός»

Ο Τάκης Κανελλόπουλος, ένας προικισμένος καλλιτέχνης και ευαίσθητος άνθρωπος, υπογράφει την καλύτερη ταινία του, που γύρισε με ελάχιστα μέσα. Ένα δράμα με αντιηρωικό πνεύμα και λυρισμό.

Η ταινία του, έμπλεη μελαγχολίας και ποιητικής διάθεσης, παρότι ήταν στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών το 1962 και είχε πολλές διακρίσεις (μία από τις δέκα καλύτερες σύμφωνα με τον Ομπσέρβερ, για εκείνη τη χρονιά), στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν άγνωστη για το ευρύ κοινό. Το θέμα της βασίζεται στην αφήγηση ανθρώπων που επέζησαν από τον πόλεμο, ενώ τα κεντρικά πρόσωπα χάθηκαν στον πόλεμο του ‘40. Παίζουν Τάκης Εμμανουήλ, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Λάζος Τερζάς, Νίκος Τσαχιρίδης κ.ά.

«Το τελευταίο σημείωμα»

Σε μια από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του, ο Παντελής Βούλγαρης υπογράφει την πιο πρόσφατη ταινία του είδους. Ένα εξαιρετικό αντιστασιακό δράμα, στο οποίο συνδέονται κάτω από το στιβαρό βλέμμα του, το συναίσθημα με τα ντοκουμέντα της βαριάς ιστορίας που διηγείται με συγκινησιακή φόρτιση.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο κομμουνιστής και συνδικαλιστής Ναπολέοντας Σουκατζίδης, ο οποίος συνελήφθη από το καθεστώς Μεταξά και παραδόθηκε στους Γερμανούς, μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Θα βρεθεί στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου ασκεί χρέη διερμηνέα για τον διοικητή του κι ενώ μπορεί να σωθεί προτιμά να ακολουθήσει τους συγκρατούμενούς του και να εκτελεστεί μαζί τους στην Καισαριανή. Εξαιρετικός ο Αντρέας Κωνσταντίνου στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Για όσους διερωτώνται γιατί λείπει από τον κατάλογο η αγαπημένη κωμωδία, «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται», που γύρισε το 1948 ο Αλέκος Σακελλάριος, με τον συγκλονιστικό Βασίλη Λογοθετίδη, πρέπει να επισημανθεί ότι η ταινία δεν ήταν για τον πόλεμο ή την κατοχή και την αντίσταση, αλλά για τον εμφύλιο.

Διαβάστε επίσης