Η αυξημένη τριχόπτωση κατά τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου είναι ένα συχνό φαινόμενο, το οποίο αφορά τόσο τις γυναίκες όσο και τους άνδρες. Συνήθως γίνεται περισσότερο αντιληπτή τον Σεπτέμβριο, όταν παρατηρείται μεγαλύτερη απώλεια τριχών κατά το λούσιμο ή το χτένισμα.
Σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για μια παροδική, εποχική μεταβολή που συνδέεται με τον φυσιολογικό κύκλο ζωής της τρίχας. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε περίπτωση τριχόπτωσης μπορεί να αποδοθεί αυτόματα στην αλλαγή της εποχής.
Η δερματολόγος Έλενα Ραδοπούλου εξηγεί γιατί αυξάνεται η τριχόπτωση το φθινόπωρο, πότε αποτελεί μια φυσιολογική εποχική μεταβολή και ποια σημάδια χρειάζονται αξιολόγηση από ειδικό.
Γιατί αυξάνεται η τριχόπτωση το φθινόπωρο;
Κάθε τρίχα ακολουθεί έναν συγκεκριμένο κύκλο ζωής. Περνά από τη φάση της ενεργού ανάπτυξης, ακολουθεί μια σύντομη μεταβατική περίοδος και στη συνέχεια εισέρχεται στη φάση ανάπαυσης, πριν τελικά αποβληθεί και αντικατασταθεί από μια νέα τρίχα. Κατά τους φθινοπωρινούς μήνες έχει παρατηρηθεί ότι μεγαλύτερο ποσοστό τριχών μπορεί να βρίσκεται στη φάση της απόπτωσης. Ως αποτέλεσμα, η καθημερινή απώλεια γίνεται περισσότερο αισθητή. Όταν πρόκειται πράγματι για εποχική τριχόπτωση, το φαινόμενο είναι συνήθως προσωρινό και δεν συνεπάγεται μόνιμη απώλεια της πυκνότητας των μαλλιών.
Πότε η τριχόπτωση χρειάζεται αξιολόγηση από δερματολόγο;
Περισσότερο από τον αριθμό των τριχών που χάνονται μέσα σε μία ημέρα, σημασία έχουν η συνολική εικόνα και η εξέλιξη της τριχόπτωσης στον χρόνο. Όταν η αυξημένη απώλεια επιμένει, όταν παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας ή εμφανής αραίωση σε συγκεκριμένες περιοχές του τριχωτού, είναι σημαντικό να διερευνηθεί η αιτία. Αντίστοιχα, συμπτώματα όπως ο κνησμός, η ερυθρότητα, η απολέπιση ή η ενόχληση στο τριχωτό της κεφαλής χρειάζονται αξιολόγηση από δερματολόγο.
Σε ποια σημεία γίνεται περισσότερο εμφανής η αραίωση;
Η εποχική τριχόπτωση συνήθως εκδηλώνεται με διάχυτη απώλεια τριχών από ολόκληρο το τριχωτό της κεφαλής και όχι με αραίωση σε μία αυστηρά καθορισμένη περιοχή. Όταν, όμως, η αραίωση ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο, χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή. Στους άνδρες, η ανδρογενετική αλωπεκία εμφανίζεται συχνότερα με υποχώρηση της πρόσθιας γραμμής και αραίωση στους κροτάφους ή στην κορυφή της κεφαλής. Στις γυναίκες, αντίθετα, είναι συχνότερη η σταδιακή αραίωση στο επάνω και κεντρικό τμήμα του τριχωτού, με τη χωρίστρα να φαίνεται προοδευτικά πιο ανοιχτή, ενώ συνήθως διατηρείται η πρόσθια γραμμή των μαλλιών. Αυτές οι αλλαγές δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στην εποχικότητα. Μπορεί απλώς να γίνονται περισσότερο αντιληπτές σε μια περίοδο αυξημένης τριχόπτωσης και να αποτελούν ένδειξη ότι χρειάζεται δερματολογική αξιολόγηση.

Ποιοι παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν τριχόπτωση;
Η τριχόπτωση μπορεί να σχετίζεται με πολλούς διαφορετικούς παράγοντες. Το έντονο ή παρατεταμένο στρες, οι σημαντικές μεταβολές στο σωματικό βάρος, οι διατροφικές ελλείψεις, οι ορμονικές αλλαγές, ορισμένα νοσήματα, αλλά και διαφορετικές μορφές αλωπεκίας μπορούν να επηρεάσουν τον φυσιολογικό κύκλο της τρίχας. Για τον λόγο αυτό, η χρονική σύμπτωση με την έναρξη του φθινοπώρου δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηριστεί μια τριχόπτωση εποχική.
Χρειάζονται συμπληρώματα ή ειδικές θεραπείες για την τριχόπτωση;
Η λήψη συμπληρωμάτων διατροφής ή η χρήση προϊόντων κατά της τριχόπτωσης χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση δεν αποτελεί απαραίτητα τη σωστή πρώτη κίνηση. Αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έλλειψη ή παθολογική αιτία, η αντιμετώπιση πρέπει να είναι αντίστοιχα στοχευμένη. Αν, αντίθετα, πρόκειται για μια φυσιολογική εποχική μεταβολή, η εικόνα μπορεί να υποχωρήσει σταδιακά χωρίς να απαιτείται ειδική παρέμβαση.
Γι’ αυτό και στη δερματολογία δεν αντιμετωπίζονται όλες οι περιπτώσεις τριχόπτωσης με τον ίδιο τρόπο. Η κλινική εικόνα, το ιστορικό και, όπου κρίνεται απαραίτητο, ο κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος είναι αυτά που θα καθορίσουν τα επόμενα βήματα. Η αυξημένη τριχόπτωση τον Σεπτέμβριο είναι συχνά μέρος μιας εποχικής μεταβολής του κύκλου της τρίχας. Εκείνο που χρειάζεται να παρατηρούμε είναι η διάρκειά της, η έντασή της και, κυρίως, το αν συνοδεύεται από πραγματική αραίωση.
Όταν η αλλαγή επιμένει, η σωστή διάγνωση είναι αυτή που θα καθορίσει και την κατάλληλη αντιμετώπιση.
Η ειδικός
Η δερματολόγος Έλενα Ραδοπούλου είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ και ειδικεύθηκε στη Δερματολογική και Αλλεργιολογική Κλινική του Technische Universität München. Στα ιατρεία της στη Θεσσαλονίκη και στον Εύοσμο καλύπτει όλο το φάσμα της Κλινικής Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας, καθώς και της Αισθητικής Δερματολογίας.
Περισσότερες πληροφορίες: dermatologos-thessaloniki.com | Instagram: @elenarado.dermatology