Σεπ 29, 2026 ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ & ΒΙΑ

Cornell: 7 άνδρες κατηγορούνται ότι βίαζαν για ώρες μια 20χρονη. Κάποιος φροντίσε να ενημερώσει και το group chat – Δεν είμαστε αρκετά οργισμένες

Μια 20χρονη φοιτήτρια κατήγγειλε το 2024 όσα συνέβησαν σε σπίτι αδελφότητας του Cornell. Κανείς δεν αντιμετώπισε τότε ποινικές κατηγορίες. Σχεδόν 2 χρόνια αργότερα, η αστική αγωγή της αποκαλύπτει ένα επίμαχο group chat και 7 ονόματα και οδηγεί τον εισαγγελέα να ανοίξει ξανά την ποινική έρευνα.

Σεπ 29, 2026 ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ & ΒΙΑ

Cornell: 7 άνδρες κατηγορούνται ότι βίαζαν για ώρες μια 20χρονη. Κάποιος φροντίσε να ενημερώσει και το group chat – Δεν είμαστε αρκετά οργισμένες
Ο εισαγγελέας της επαρχίας Τόμκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, ανακοίνωσε ότι ανοίγει ξανά την ποινική έρευνα για όσα συνέβησαν στο πανεπιστήμιο Cornell το 2024

Τις τελευταίες ημέρες, μια υπόθεση από το Cornell University έχει κατακλύσει τα social media. Επτά φοιτητές κατηγορούνται ότι κακοποίησαν σεξουαλικά επί ώρες μια 20χρονη κοπέλα, για ένα μήνυμα σε ομαδική συνομιλία που καλούσε και άλλους άνδρες στο δωμάτιο και για ένα πανεπιστήμιο που φέρεται να τους τιμώρησε βάζοντάς τους «να γράψουν εκθέσεις».

Το περιστατικό δεν συνέβη τώρα. Τα στοιχεία λένε ότι συνέβη στις 19 Οκτωβρίου 2024. Αλλά πήρε τεράστια δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο του 2026, όταν η γυναίκα, η οποία στα δικαστικά έγγραφα αναφέρεται ως Jane Doe, κατέθεσε αστική αγωγή εναντίον του Cornell University, οργανώσεων που συνδέονται με την αδελφότητα Chi Phi, 7 νυν ή πρώην φοιτητών και άλλων προσώπων και οργανισμών.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη NBC News (@nbcnews)

Και στις 28 Σεπτεμβρίου ήρθε η σημαντικότερη εξέλιξη: Ο εισαγγελέας της επαρχίας Τόμκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, ανακοίνωσε ότι ανοίγει ξανά την ποινική έρευνα και ότι η υπόθεση θα παρουσιαστεί σε σώμα ενόρκων, το οποίο θα εξετάσει τα στοιχεία και θα κρίνει αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την απαγγελία ποινικών κατηγοριών.

Μέχρι τώρα κανένας από τους επτά άνδρες δεν έχει κατηγορηθεί ποινικά για τον καταγγελλόμενο ομαδικό βιασμό.

Τι καταγγέλλει η κοπέλα ότι συνέβη εκείνο το βράδυ

Σύμφωνα με την αγωγή, η Jane Doe ήταν 20 ετών όταν, στις 19 Οκτωβρίου 2024, ξεκίνησε τη βραδιά της σε εκδήλωση και αργότερα πήγε στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi, στη διεύθυνση 107 Edgemoor Lane, για να συναντήσει έναν φοιτητή τον οποίο θεωρούσε φίλο της, τον Matthew Ingalls.

Η ίδια είχε ήδη καταναλώσει αλκοόλ. Στην αγωγή υποστηρίζει ότι στο σπίτι της αδελφότητας ο Ingalls και ο Johnathan Newell την πίεσαν να καταναλώσει μια ουσία που της παρουσιάστηκε ως κεταμίνη και ότι ακολούθησαν σεξουαλικές πράξεις χωρίς τη συναίνεσή της.

Περίπου στη 1:42 π.μ., σύμφωνα με την αγωγή, στάλθηκε στο Snapchat group «Chi Phi Actives» ένα χυδαίο μήνυμα που παρουσίαζε ουσιαστικά τη γυναίκα που βρισκόταν στον επάνω όροφο ως διαθέσιμη για σεξ.

Και η συνομιλία, σύμφωνα με νέο υλικό που εξασφάλισε το CBS News, δεν σταμάτησε εκεί. Αργότερα, άλλο μέλος του group φέρεται να ρώτησε αν το «shop» ήταν ακόμη ανοιχτό και έλαβε καταφατική απάντηση.

Σύμφωνα πάντα με την αγωγή, μετά το πρώτο μήνυμα περισσότεροι άνδρες εμφανίστηκαν στο δωμάτιο και η σεξουαλική κακοποίηση συνεχίστηκε για ώρες, έως περίπου τις 5:45 το πρωί.

Η αγωγή περιγράφει, μεταξύ άλλων, ότι η γυναίκα προσπάθησε να καλύψει το γυμνό σώμα της με σκεπάσματα και ότι απώθησε τον Diego Sarabia όταν εκείνος την άρπαξε από το πρόσωπο και τη φίλησε. Καταγγέλλει επίσης ότι αργότερα οι Matthew Ingalls και Winston Lee την οδήγησαν σε άλλο δωμάτιο, όπου την εξανάγκασαν ταυτόχρονα σε στοματική και κολπική σεξουαλική πράξη και ότι της δόθηκε επιπλέον κεταμίνη.

Ποιοι είναι οι επτά άνδρες που κατονομάζονται

Η αγωγή κατονομάζει 7 τότε μέλη της Chi Phi:

Matthew Ingalls, Johnathan Newell, Winston Lee, Gillio Lopes, Diego Sarabia, Scott Norris και Scott Kretzschmar.

Οι καταγγελίες για εξαναγκασμένες σεξουαλικές πράξεις προς το τέλος της νύχτας αφορούν τους Matthew Ingalls και Winston Lee. Στον Johnathan Newell αποδίδεται, μεταξύ άλλων, το επίμαχο πρώτο μήνυμα στο Snapchat group, ενώ για τον Diego Sarabia η αγωγή αναφέρει ότι η Jane Doe προσπάθησε να τον απωθήσει όταν εκείνος την άρπαξε από το πρόσωπο και τη φίλησε. Η αγωγή στρέφεται και κατά των επτά για όσα φέρονται να συνέβησαν συνολικά εκείνη τη νύχτα.

Τουλάχιστον ένας από τους άνδρες έχει ήδη αρνηθεί δημόσια ότι συμμετείχε σε σεξουαλική επίθεση.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη CBS News (@cbsnews)

Ο δικηγόρος του Scott Kretzschmar, Jeremy Saland, αναγνωρίζει ότι ο πελάτης του έγραψε μηνύματα στο Snapchat τα οποία χαρακτήρισε ανάρμοστα, αλλά υποστηρίζει ότι ο Kretzschmar μπήκε για λίγα λεπτά στο δωμάτιο και δεν άγγιξε τη γυναίκα ούτε είχε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή μαζί της. Υποστηρίζει επίσης ότι το Cornell δεν τον έκρινε υπεύθυνο για τις πράξεις που του αποδίδονται στην αγωγή και ότι εξέταση τριχών δεν έδειξε χρήση κεταμίνης.

Η Jane Doe είχε απευθυνθεί στην αστυνομία ήδη από το 2024

Η Jane Doe δεν περίμενε δύο χρόνια για να αναφέρει το περιστατικό. Περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα απευθύνθηκε στο αστυνομικό τμήμα του Πανεπιστημίου Cornell. Ακολούθησε εσωτερική έρευνα του πανεπιστημίου και διαδικασία με πολυήμερες ακροάσεις, κατά τις οποίες η καταγγέλλουσα και οι καταγγελλόμενοι είχαν τη δυνατότητα να καταθέσουν και να παρουσιάσουν στοιχεία.

Παράλληλα, το γραφείο του εισαγγελέα εξέτασε την αστυνομική έρευνα αλλά έκρινε τότε ότι τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για την άσκηση ποινικών διώξεων.

Τους έβαλαν να γράψουν εκθέσεις;

Ο δικηγόρος της Jane Doe, Thomas Giuffra, υποστηρίζει ότι δύο από τους επτά αποβλήθηκαν από το Cornell και ότι οι υπόλοιποι αντιμετώπισαν μικρότερες κυρώσεις, μεταξύ των οποίων αποβολές, εργαστήρια και εκθέσεις.

Το Cornell αρνείται κατηγορηματικά ότι κάποιοι τιμωρήθηκαν μόνο γράφοντας μια εργασία. Το πανεπιστήμιο αναφέρει ότι η διαδικασία κατέληξε σε σειρά κυρώσεων, μεταξύ των οποίων αποβολές και αναστολές φοίτησης, χωρίς να δημοσιοποιεί την ατομική ποινή κάθε φοιτητή λόγω της ομοσπονδιακής νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Το παράρτημα της Chi Phi έκλεισε το 2024 και παραμένει αποκλεισμένο από το campus.

Γιατί δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις το 2024;

Ο εισαγγελέας Μάθιου Βαν Χούτεν υποστηρίζει ότι η ένορκη κατάθεση που είχε δώσει η Jane Doe στην πανεπιστημιακή αστυνομία τον Νοέμβριο του 2024 διέφερε ουσιαστικά από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σήμερα στην αστική αγωγή.

Ο δικηγόρος της γυναίκας αμφισβητεί έντονα την επάρκεια της αρχικής έρευνας. Επισημαίνει ότι, πέρα από την πρώτη επικοινωνία με την πανεπιστημιακή αστυνομία, η Jane Doe δεν εξετάστηκε από ερευνητές του γραφείου του εισαγγελέα ή από ειδικά εκπαιδευμένους ερευνητές για συνεντεύξεις επιζωσών σεξουαλικής βίας.

Ο εισαγγελέας έχει πλέον αρχίσει να μιλά εκ νέου με τη Jane Doe και τους δικηγόρους της και ανακοίνωσε ότι τα στοιχεία θα παρουσιαστούν σε σώμα ενόρκων. Εάν το σώμα αποφασίσει ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία, μπορεί να προχωρήσει σε διωξη ενός ή περισσότερων εμπλεκομένων.

Δεν είναι μόνο ποιοι μπήκαν στο δωμάτιο. Είναι και ποιοι ήξεραν

Υπάρχει όμως ένα ακόμη ερώτημα που ξεπερνά τους 7 άνδρες που κατονομάζονται στην αγωγή.

Το επίμαχο μήνυμα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, στάλθηκε σε ομαδικό Snapchat ενεργών μελών της αδελφότητας. Και το νέο υλικό που δημοσιοποίησε το CBS δείχνει ότι ακολούθησαν κι άλλα μηνύματα σχετικά με το αν η γυναίκα εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί.

Και τότε το ερώτημα γίνεται μεγαλύτερο:

Πόσοι το είδαν; Πόσοι κατάλαβαν τι μπορούσε να συμβαίνει; Πόσοι γέλασαν, σχολίασαν ή αγνόησαν τη συνομιλία; Αναρωτήθηκε κανείς αν η γυναίκα που βρισκόταν εκεί πάνω ήταν ασφαλής;

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νέας Υόρκης, η απλή γνώση ή αδράνεια δεν δημιουργεί αυτομάτως τέτοια ποινική ευθύνη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αδράνεια δεν μας αφορά.

Γιατί ανάμεσα στο «δεν συμμετείχα» και στο «προσπάθησα να το σταματήσω» υπάρχει μια τεράστια περιοχή που συχνά μένει έξω από τη συζήτηση για τη σεξουαλική βία.

Είναι οι άνθρωποι που ξέρουν. Που βλέπουν. Που ακούν. Που αντιλαμβάνονται ότι κάτι μπορεί να μην πηγαίνει καλά και επιλέγουν να μη ρωτήσουν, να μην παρέμβουν, να μην καλέσουν βοήθεια, να μη χαλάσουν το πάρτι.

Και το πρόβλημα αρχίζει πολύ πριν από την ίδια την επίθεση: σε μια κουλτούρα όπου μια γυναίκα μπορεί να παρουσιαστεί σε ένα ομαδικό chat ως διαθέσιμο σώμα και αυτό να αντιμετωπιστεί ως αστείο, πρόσκληση ή απλώς ως κάτι που δεν αφορά τους υπόλοιπους.

Και μετά θα ρωτήσουμε τι είχε πιει εκείνη

Υπάρχει, τέλος, ένα ακόμη κομμάτι αυτής της ιστορίας που είναι σχεδόν προβλέψιμο. Κάποιος θα ρωτήσει πόσο είχε πιει. Γιατί πήγε στο σπίτι μιας αδελφότητας. Γιατί μπήκε σε εκείνο το δωμάτιο. Αν πήρε ναρκωτικά. Αν της άρεσε κάποιος από τους άνδρες που βρίσκονταν εκεί. Αν αρχικά ήθελε να κάνει σεξ.

Η απάντηση σε όλα αυτά θα μπορούσε να είναι «ναι» χωρίς να απαντά στο μοναδικό ερώτημα που έχει σημασία: Σε τι ακριβώς συναίνεσε.

Μια γυναίκα μπορεί να θέλει να μεθύσει. Μπορεί να θέλει να δοκιμάσει μια ουσία. Μπορεί να πάει σε ένα πάρτι επειδή της αρέσει κάποιος εκεί. Μπορεί να θέλει να κάνει σεξ με έναν άνθρωπο και όχι με έναν δεύτερο, έναν τρίτο ή έναν έβδομο. Μπορεί να συναινέσει σε κάτι και στη συνέχεια να μην συναινεί πια.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη βαθύτερο εδώ. Το δικαίωμα στην ανεμελιά δεν μοιράζεται ισότιμα.

Ένας νεαρός άνδρας μπορεί να πει «απόψε θα γίνω λιώμα», να πάει σε ένα πάρτι, να πιει περισσότερο απ’ όσο αντέχει και να ξυπνήσει την επόμενη ημέρα με hangover. Δεν μεγαλώνει συνήθως με την ιδέα ότι κάθε επιπλέον ποτό αυξάνει την προσωπική του ευθύνη για το ενδεχόμενο να τον βιάσουν μία ή περισσότερες γυναίκες.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Florence Pugh (@florencepugh)

Στις γυναίκες, αντίθετα, η αυτοπροστασία διδάσκεται σχεδόν σαν δεύτερη φύση. Πρόσεχε το ποτό σου. Μη μεθύσεις πολύ. Μη φύγεις μόνη. Στείλε όταν φτάσεις. Μην πας εκεί. Μην εμπιστευτείς εκείνον. Σκέψου πώς θα γυρίσεις.

Όλα μπορούν να είναι χρήσιμες συμβουλές ασφάλειας μέχρι τη στιγμή που μετατρέπονται εκ των υστέρων σε κατηγορητήριο εναντίον της ίδιας της γυναίκας.

Γιατί τότε το «πρόσεχε» γίνεται «γιατί δεν πρόσεξες;».

Και κάπως έτσι μεταφέρουμε ένα κομμάτι της ευθύνης από εκείνον που παραβίασε τη συναίνεση σε εκείνη που τόλμησε να μην υπολογίσει κάθε πιθανό κίνδυνο.

Καμία γυναίκα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να είναι νηφάλια, καχύποπτη και διαρκώς σε επιφυλακή για να δικαιούται να μη βιαστεί.

Το να πιεις δεν είναι συναίνεση. Το να πας σε σπίτι αδελφότητας δεν είναι συναίνεση. Το να πάρεις ναρκωτικά δεν είναι συναίνεση. Το να θέλεις έναν άνδρα δεν σημαίνει ότι θέλεις όλους τους φίλους του.

Και ίσως αυτή η υπόθεση, πέρα από το τι τελικά θα αποδειχθεί για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, μας αναγκάζει να κάνουμε και μια διαφορετική ερώτηση:

Γιατί εξακολουθούμε να μαθαίνουμε στις γυναίκες πώς να μη βιαστούν, αντί να απαιτούμε από τους άνδρες να μη βιάζουν – και από όσους βρίσκονται δίπλα τους να μη σιωπούν όταν βλέπουν ότι κάτι συμβαίνει;

Διαβάστε επίσης