Εικόνα σταθεροποίησης σε χαμηλές επιδόσεις,κάτω από τον μέσο όρο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) αποτυπώνουν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 για τους μαθητές και τις μαθήτριες στα ελληνικά σχολεία.
Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου από τον εθνικό συντονιστή του προγράμματος στην Ελλάδα, καθηγητή Κώστα Δημόπουλο και τον διευθυντή Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ, Andreas Schleicher, παρουσία της υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη.
Στην έρευνα PISA 2025 συμμετείχαν 765.000 μαθητές/τριες, εκπροσωπώντας συνολικά 33 εκ. μαθητές/τριες από 91 χώρες, δηλαδή δέκα επιπλέον χώρες σε σχέση με την έρευνα PISA 2022. Οι μαθητές/τριες αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες (αντικείμενο εστίασης), στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και (για πρώτη φορά) στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα (Computational Problem Solving). Επίσης, σε 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αξιολογήθηκε η ικανότητα των μαθητών/τριών στα Αγγλικά (τα αποτελέσματα για αυτό το πεδίο θα ανακοινωθούν τον Μάιο του 2027).
Χαμηλές “πτήσεις” σε Μαθηματικά, Ανάγνωση και Φυσικές Επιστήμες
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές/τριες από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου (101.850 μαθητές/τριες), το υψηλότερο μέχρι σήμερα ποσοστό από το 2000.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα που αφορά το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι ότι σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους και 15χρονες δεν φτάνει ούτε στο βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού!
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας, 40,9% των μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.
Γενικά οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χόνγκ-Κόνγκ στην Ασία).
Στην Ελλάδα οι επιδόσεις των μαθητών/τριών σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27.

Πιο αναλυτικά οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι πτώσης 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23[1] και 12 μονάδων στην ΕΕ27), 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι πτώσης 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 5 μονάδων στην ΕΕ27) και 16 μονάδων (έναντι πτώσης 16 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 18 μονάδων στην ΕΕ27). Γενικότερα, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση γιατί ήταν πιο θεαματική η πτώση σε παραδοσιακά πολύ ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως (ενδεικτικά) η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ, το Χονγκ-Κονγκ, κ.ά..
Στο αντικείμενο της Επίλυσης Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.
Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων
Η έρευνα της PISA 2025 κατέγραψε μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολείων. Στα επιμέρους αντικείμενα περίπου 38 σχολεία, εκ των οποίων 32 δημόσια (περίπου 1 στα 6 σχολεία του δείγματος), πέτυχαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις είναι στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη, κυρίως επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιδόσεις επιβαρύνονται από το γεγονός ότι οι μαθητές/τριες μεταναστευτικού υπόβαθρου προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
Στις Φυσικές Επιστήμες, οι μαθητές που ανήκουν στο ανώτερο 25% της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας στην Ελλάδα πέτυχαν κατά μέσο όρο επίδοση υψηλότερη κατά 76 μονάδες, από εκείνους που βρίσκονται στο χαμηλότερο 25%.
Από το 2015 έως το 2025, πάντως, η απόσταση μεταξύ των περισσότερο και των λιγότερο προνομιούχων μαθητών παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή στην Ελλάδα, καθώς οι επιδόσεις υποχώρησαν σε παρόμοιο βαθμό και στις δύο ομάδες. Συνολικά, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγεί περίπου το 10% των διαφορών στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 12% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.
Μειωμένη περιέργεια, αλλά με διάθεση για βελτίωση
Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις μαθητές, το 27%, θεωρούν ότι το σχολείο υπήρξε «χάσιμο χρόνου», έναντι 24% στον ΟΟΣΑ. Το ποσοστό δεν μεταβλήθηκε σημαντικά από το 2022.
Αντίθετα, το 74% των μαθητών/τριών διαθέτει σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους.
Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
Το μεγάλο παράπονο των μαθητών
Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ. Εξέφρασαν παράπονα για την υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, μίλησαν για περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο.
Μόλις το 49% των μαθητών στην Ελλάδα ανέφερε ότι στις περισσότερες ώρες Φυσικών Επιστημών ο εκπαιδευτικός ενδιαφέρεται για τη μάθηση κάθε μαθητή, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Το 53% δήλωσε ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει τη διδασκαλία μέχρι να κατανοήσουν οι μαθητές, ενώ το 61% ότι παρέχει πρόσθετη βοήθεια όταν χρειάζεται. Το 2015 τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ελλάδα ήταν 63%, 67% και 71%.
Μείωση καταγράφεται και στην οικογενειακή υποστήριξη. Το 71% των μαθητών δήλωσε ότι οι γονείς ή κηδεμόνες τους ρωτούν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα τι έκαναν στο σχολείο, από 77% το 2022. Το 54% συζητά μαζί τους τουλάχιστον εβδομαδιαία προβλήματα που αντιμετωπίζει στο σχολείο, έναντι 61% τρία χρόνια νωρίτερα.
Αυξήθηκε ο σχολικός εκφοβισμός
Τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού αυξήθηκαν στην Ελλάδα σύμφωνα με την έρευνα της PISA 2025. Το 22% των μαθητών δήλωσε ότι υπήρξε θύμα τουλάχιστον μίας μορφής bullying με συχνότητα μερικών φορών τον μήνα ή περισσότερο, έναντι 20% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Η συχνότητα του εκφοβισμού αυξήθηκε σε σχέση με το 2022, ακολουθώντας την τάση που παρατηρήθηκε στις περισσότερες χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η εξέλιξη αυτή αντιστρέφει τη μείωση που είχε καταγραφεί στην Ελλάδα μεταξύ 2018 και 2022, περίοδος που επηρεάστηκε από τις διαταραχές στη λειτουργία των σχολείων κατά την πανδημία.
Πολύ μικρότερο είναι το ποσοστό των μαθητών που αναφέρουν συστηματικό διαδικτυακό εκφοβισμό. Το 3% δήλωσε ότι κατά τους προηγούμενους 12 μήνες δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο, χωρίς τη συγκατάθεσή του, πληροφορίες που το αναστάτωσαν, ποσοστό ίδιο με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Το μέτρο της απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία, κατά δήλωση των μαθητών και των μαθητριών, έχει λειτουργήσει. Σε σχέση με το 2022 είναι πολύ αυξημένα τα ποσοστά των μαθητών που δηλώνουν ότι δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου ή τα χρησιμοποιούν πολύ λίγο στα σχολεία. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη.
Παραμένει το χάσμα κοριτσιών – αγοριών
Διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανά φύλο, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου. Τα κορίτσια στην Ελλάδα υπερείχαν των αγοριών κατά περίπου 45 μονάδες, μία από τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην PISA 2025. Στον ΟΟΣΑ η αντίστοιχη μέση διαφορά ήταν 30 μονάδες υπέρ των κοριτσιών.

Η ανισότητα είναι εμφανής και στο χαμηλότερο τμήμα της κατανομής. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες όπου η διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών που δεν φτάνουν το Επίπεδο 2 στην Κατανόηση Κειμένου ξεπερνά τις 20 ποσοστιαίες μονάδες. Συνολικά στον ΟΟΣΑ, το 37% των αγοριών και το 25% των κοριτσιών βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο.
Ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό
Παρά τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών κατά τα τελευταία χρόνια, οι διευθυντές/ντριες στην Ελλάδα αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ωστόσο, δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των διευθυντών τα σχολεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ, μετά το 2018 καταγράφεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό. Ενδεικτικά, οι διαθέσιμοι Η/Υ ανά πλήθος μαθητών για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκαν την περίοδο 2018–2025, με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό βελτίωσης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Τέλος, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.