Περίπου δυόμισι χρόνια μετά τη γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, τέσσερις αστυνομικοί του εν λόγω ΑΤ παραπέμπονται σε δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών με την κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος της θανατηφόρας έκθεσης διά παραλείψεως.
Οι τέσσερις αστυνομικοί που θα καθίσουν στο εδώλιο του ΜΟΔ Αθηνών είναι: ο τότε σκοπός στο εξωτερικό φυλάκιο του ΑΤ Αγίων Αναργύρων, η αξιωματικός υπηρεσίας, η επόπτρια τμημάτων και ο τηλεφωνητής της Άμεσης Δράσης. Σημειώνεται πως διατηρούνται όλοι οι περιοριστικοί όροι που είχαν επιβληθεί στους τέσσερις κατηγορουμένους αστυνομικούς μετά τις απολογίες τους.
Η Κυριακή Γρίβα, τότε 28 ετών, δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της το βράδυ της 1ης Απριλίου του 2024, σε απόσταση 1,5 μέτρου από το φυλάκιο του ΑΤ Αγίων Αναργύρων. Ήταν εκεί για να ζητήσει τη βοήθεια και την προστασία της Αστυνομίας καθώς είχε λόγους να πιστεύει ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο από τον πρώην σύντροφό της. Οι φόβοι της αγνοήθηκαν και όταν ζήτησε ένα περιπολικό για να τη συνοδεύσει με ασφάλεια στο σπίτι της, έλαβε την απάντηση από τον τηλεφωνητή της Άμεσης Δράσης ότι: «Το περιπολικό δεν είναι ταξί!».
Το δικαστικό βούλευμα που παραπέμπει σε δίκη τους τέσσερις αστυνομικούς αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι «ενεργώντας από πρόθεση, διά παραλείψεως, εξέθεσαν άλλον και έτσι τον κατέστησαν αβοήθητο, ενώ είχαν από τον νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος και άφησαν αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχουν στην προστασία τους, από την πράξη τους δε αυτή προκλήθηκε ο θάνατος της παθούσης».
Ειδικότερα, το βούλευμα αναφέρει για τον φρουρό του ΑΤ ότι δεν βρισκόταν σε ετοιμότητα, ούτε αντιλήφθηκε εγκαίρως την προσέγγιση του πρώην συντρόφου της Κυριακής Γρίβα, ο οποίος καιροφυλακτούσε με μαχαίρι, κινήθηκε πεζή προς το σημείο όπου βρισκόταν η νεαρή γυναίκα και τη σκότωσε. Για την επόπτρια, το βούλευμα σημειώνει ότι γνώριζε πως η Κυριακή Γρίβα είχε αναφέρει ότι ο πρώην σύντροφός της βρισκόταν έξω από το σπίτι της και πως φοβόταν για τη σωματική της ακεραιότητα, ζητώντας αστυνομική συνδρομή. Ωστόσο, η αστυνομικός αδιαφόρησε, δεν τήρησε κανένα πρωτόκολλο, ούτε μπήκε στον κόπο να εκτιμήσει, ως όφειλε, το επίπεδο κινδύνου που αντιμετώπιζε η πολίτης.
Το βούλευμα αναφέρει επίσης ότι η αξιωματικός υπηρεσίας όφειλε να επικοινωνήσει με το Κέντρο Άμεσης Δράσης για να κινηθούν οι διαδικασίες για τον εντοπισμό του δράστη και να ικανοποιήσει το αίτημα της Κυριακής Γρίβα να μεταφερθεί με περιπολικό και με ασφάλεια στο σπίτι της. Τέλος, το βούλευμα καταλογίζει παραλείψεις και στον τηλεφωνητή του κέντρου της Άμεσης Δράσης, ο οποίος ούτε ασχολήθηκε με την αρμόζουσα σοβαρότητα απέναντι στην καταγγελία της καταγγέλλουσας, ούτε καταχώρισε το συμβάν ως επείγον περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας.
Δημογλίδου: Εντελώς διαφορετική πλέον η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας από την ΕΛΑΣ
Η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου, μιλώντας στην ΕΡΤ, αναφέρθηκε στη νέα εξέλιξη στην υπόθεση της Κυριακής Γρίβα αλλά παράλληλα εστίασε στις αλλαγές που έχουν γίνει στον τρόπο διαχείρισης των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας μετά την τραγωδία έξω από το ΑΤ Αγίων Αναργύρων. «Γι’ αυτό υπάρχει και αυτή η απόφαση ώστε να παραπεμφθούν σε δίκη τέσσερις αστυνομικοί. Βέβαια, για τον καθένα θα αποφασίσει η Δικαιοσύνη ξεχωριστά ποια είναι η ευθύνη τους σε αυτό το περιστατικό», ανέφερε η κ. Δημογλίδου.
Η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ επισήμανε ότι σήμερα λειτουργούν 65 εξειδικευμένα γραφεία σε όλη τη χώρα, με προσωπικό που έχει λάβει ειδική εκπαίδευση για τη διαχείριση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας.
«Κάθε γυναίκα που φτάνει σε μια υπηρεσία αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να το διαπιστώσει αυτό», είπε, διευκρινίζοντας ότι το εξειδικευμένο προσωπικό μπορεί να αντιληφθεί ακόμη και ζητήματα τα οποία το ίδιο το θύμα ενδέχεται να μην είναι σε θέση ή να μην θέλει να αναφέρει στους αστυνομικούς.

Η κ. Δημογλίδου αναφέρθηκε επίσης στη διστακτικότητα μέχρι να αποφασίσουν να απευθυνθούν στην Αστυνομία. Όπως είπε, στις περισσότερες περιπτώσεις διαπιστώνεται ότι η κακοποίηση έχει ξεκινήσει αρκετό καιρό πριν, όμως υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία το θύμα βρίσκει τη δύναμη να καταγγείλει όσα συμβαίνουν.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην εφαρμογή Panic Button, η οποία, όπως είπε, έχει καταγράψει «θεαματικά αποτελέσματα».
Υπάρχουν περιστατικά στα οποία επενέβησαν οι αστυνομικοί επειδή το θύμα χρησιμοποίησε την εφαρμογή και ουσιαστικά σώθηκε την τελευταία στιγμή από τα χέρια του κακοποιητή, είπε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Κωνσταντίνα Δημογλίδου.
Τέλος, η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ διευκρίνισε ότι η παρέμβαση των αρχών δεν προϋποθέτει πλέον απαραίτητα καταγγελία από το ίδιο το θύμα. «Ακόμη και αν η καταγγελία δεν προέρχεται από το ίδιο το θύμα, αλλά από κάποιο τρίτο πρόσωπο, ακόμη και μία ανώνυμη καταγγελία εξετάζεται, παρόλο που το θύμα μπορεί να μη θέλει να κινήσει τη διαδικασία», ανέφερε και εξήγησε ότι τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας διώκονται αυτεπάγγελτα, γεγονός που επιτρέπει στους αστυνομικούς να διερευνήσουν μια υπόθεση ακόμη και όταν δεν υπάρχει καταγγελία από την πλευρά του θύματος.