Η Μόνικα Βίτι ήταν αναμφίβολα μια από τις πλέον εμβληματικές φιγούρες του ιταλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60 και του ‘70. Με αινιγματικό βλέμμα, σχεδόν απροσπέλαστο, γνωστή και ως «ιέρεια του παγωμένου αισθησιασμού» αποτέλεσε μια σπουδαία ηθοποιός, που αρνήθηκε να εγκλωβιστεί σε έναν συγκεκριμένο ρόλο, και που άλλαξε, με τον δικό της τρόπο, τη θέση της γυναίκας στον ιταλικό κινηματογράφο.
Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 3 Νοεμβρίου του 1931, στη Ρώμη, με το όνομα Μαρία Λουίζα Τσετσαρέλι. Από νωρίς αγάπησε το θέατρο και συμμετείχε σε ερασιτεχνικές παραστάσεις. Αποφοίτησε το ‘53 από την Εθνική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Ρώμης και, πριν ακόμη καθιερωθεί ως ηθοποιός, είχε ήδη διαμορφώσει μια σημαντική θεατρική παιδεία, ερμηνεύοντας έργα του Σαίξπηρ και του Μολιέρου. Παράλληλα, εργάστηκε ως ηθοποιός φωνής, δανείζοντας τη φωνή της σε ταινίες σημαντικών δημιουργών, μεταξύ των οποίων ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι και ο Μάριο Μονιτσέλι.
Μόνικα Βίτι: Οι ρόλοι της και η φεμινιστική τους διάσταση
Αν όμως υπήρξε ένα «σταθμός» στην καριέρα της, μια καθοριστική συνάντηση, ήταν εκείνη με τον Μικελάντζελο Αντονιόνι. Η συνεργασία τους ξεκίνησε με την L’Avventura, 1960, την ταινία που θα άλλαζε την ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και θα καθιέρωνε τη Βίτι διεθνώς. Στις Κάννες, η ταινία αρχικά αντιμετωπίστηκε με αποδοκιμασίες, καθώς αμφισβητούσε τις συμβάσεις της κινηματογραφικής αφήγησης τελικά όμως απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής και αναγνωρίστηκε ως έργο-σταθμός του μοντερνισμού.
Η Βίτι υποδήθηκε στην ταινία την Κλαούντια, μια γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορίας εξαφάνισης, αλλά σταδιακά ανακαλύπτει ότι το πραγματικό θέμα της ταινίας δεν είναι το μυστήριο, αλλά η συναισθηματική απουσία, η αδυναμία επικοινωνίας και η εύθραυστη φύση των ανθρώπινων σχέσεων. Ακολούθησαν ταινίες όπως οι La Notte το 1961, με την εμφάνισή της στον ρόλο της Βαλεντίνα, L’Eclisse του 1962 και Il Deserto Rosso του 1964, η πρώτη έγχρωμη ταινία του Αντονιόνι.
Μέσα από αυτές τις ταινίες, η Βίτι άλλαξε τον τρόπο που η γυναίκα αντιμετωπίζονταν στον κινηματογράφο. Οι γυναίκες που υποδύονταν δεν ήταν διακοσμητικές παρουσίες, ούτε απλώς αντικείμενα του ανδρικού βλέμματος. Ήταν σύνθετες προσωπικότητες, με επιθυμίες, αμφιβολίες, αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Δεν περίμεναν παθητικά να τις ορίσουν οι άνδρες γύρω τους αλλά αναζητούσαν τον εαυτό τους, αμφισβητούσαν τις σχέσεις τους και συχνά αδυνατούσαν να συμβιβαστούν.
Η ίδια η παρουσία της στην οθόνη υπήρξε ανατρεπτική. Η αισθησιακότητά της δεν βασιζόταν στην παραδοσιακή εικόνα της γυναίκας που υπάρχει για να γοητεύει τον θεατή. Το βλέμμα της μπορούσε να είναι απόμακρο, το σώμα της να εκφράζει αμηχανία, η σιωπή της να υποδηλώνει αντίσταση. Η Βίτι ενσάρκωσε γυναίκες που δεν ήταν υποχρεωμένες να είναι ευχάριστες, κατανοητές ή συναισθηματικά διαθέσιμες. Έτσι, δεν γίνεται να μην σκεφτούμε πως, το έργο της είχε και μια ιδιαίτερη φεμινιστική διάσταση καθώς διεκδίκησε για τη γυναίκα το δικαίωμα στην αμφιθυμία και στην αυτοδιάθεση.
Η σχέση με τον Μικελάντζελο Αντονιόνι
Η σχέση της με τον Αντονιόνι υπήρξε τόσο προσωπική όσο και καλλιτεχνική. Για χρόνια υπήρξαν σύντροφοι και συνεργάτες, σε μια δημιουργική συνάντηση που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο σινεμά, ωστόσο, η ιστορία της Βίτι δεν τελειώνει εκεί.
Η «στροφή» στη σάτιρα
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 στράφηκε στην κωμωδία, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να κινηθεί με την ίδια άνεση από την υπαρξιακή αγωνία στο χιούμορ, την ειρωνεία και τη σάτιρα. Στην πραγματικότητα, η μετάβασή της αυτή υπήρξε μια δεύτερη καλλιτεχνική γέννηση. Συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Μάριο Μονιτσέλι, ο Έτορε Σκόλα και ο Λουίτζι Κομεντσίνι, ενώ βρέθηκε δίπλα σε κορυφαίους ηθοποιούς, όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ο Αλμπέρτο Σόρντι και ο Ούγκο Τονιάτσι.
Στην ταινία La ragazza con la pistola του 1968 για παράδειγμα, υποδύθηκε την Ασούντα Πατανέ, μια νεαρή Σικελή που ταξιδεύει στη Βρετανία για να εκδικηθεί τον άνδρα που την εγκατέλειψε. Στην πορεία, όμως, ανακαλύπτει έναν διαφορετικό κόσμο και τη δυνατότητα να επιλέξει η ίδια τη ζωή της. Η ταινία σατιρίζει τις πατριαρχικές αντιλήψεις γύρω από την τιμή, τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τον γάμο. Η ηρωίδα της Βίτι δεν περιορίζεται στην εκδίκηση αλλά διεκδικεί την ανεξαρτησία της, αμφισβητεί τους κανόνες που της έχουν επιβληθεί και ανακαλύπτει ότι η ελευθερία μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από την αποκατάσταση μιας προσβολής.
Ανάλογη δύναμη έχει και η ερμηνεία της στην ταινία Dramma della gelosia του 1970 του Έτορε Σκόλα, όπου συμμετέχει σε ένα ερωτικό τρίγωνο που γίνεται αφορμή για μια ευφυή κοινωνική σάτιρα. Η Βίτι δεν φοβήθηκε ποτέ να εκτεθεί στη γελοιότητα, να αποδομήσει τη γοητευτική εικόνα της ή να αναμετρηθεί με χαρακτήρες γεμάτους αδυναμίες. Σε έναν κινηματογραφικό χώρο που συχνά αντιμετώπιζε τις γυναίκες ως συμπληρωματικές παρουσίες των ανδρών πρωταγωνιστών, εκείνη κατάφερε να γίνει κεντρική δύναμη και στην κωμωδία.
Η καριέρα της περιλάμβανε περισσότερες από πενήντα κινηματογραφικές εμφανίσεις. Δοκίμασε τις δυνάμεις της και εκτός Ιταλίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Modesty Blaise του 1966 του Τζόζεφ Λόουζι, ενώ το ‘90 σκηνοθέτησε την ταινία Scandalo Segreto, στην οποία συμμετείχε και ως σεναριογράφος. Το 1995 τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα για το σύνολο της προσφοράς της στο Φεστιβάλ Βενετίας, μια αναγνώριση της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει στην ιστορία του ιταλικού σινεμά.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της αποσύρθηκε από τη δημόσια παρουσία, καθώς έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ και έφυγε από τη ζωή στις 2 Φεβρουαρίου 2022, στη Ρώμη, σε ηλικία 90 ετών.
Εκείνο λοιπόν που μένει από την πορεία της Μόνικα Βίτι δεν είναι μόνο οι εμβληματικές εικόνες της στις ταινίες του Αντονιόνι, ούτε το μοναδικό της ταλέντο στην κωμωδία αλλά η άρνησή της να είναι προβλέψιμη. Αποτέλεσε μια γυναικεία φιγούρα που δεν αποδέχθηκε τους κοινωνικούς περιορισμούς.
Η Μόνικα Βίτι υπήρξε η μούσα του Αντονιόνι, αλλά ήταν παράλληλα μια αυτόνομη δημιουργός, μια ηθοποιός με προσωπικότητα και τόλμη, μια γυναίκα που απέδειξε ότι η γυναικεία φύση δεν χρειάζεται να είναι ούτε εύκολη ούτε μονοδιάστατη για να είναι καθηλωτική.