Μπορείς να συναινέσεις σε μια σεξουαλική πράξη αν δεν γνωρίζεις ποιος πραγματικά βρίσκεται απέναντί σου; Και πόσο μεγάλο πρέπει να είναι ένα ψέμα ώστε, σύμφωνα με τον νόμο, να ακυρώνει τη συναίνεση;
Η υπόθεση της Γκέιλ Νιούλαντ (Gayle Newland) απασχόλησε έντονα τη Βρετανία πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, όταν καταδικάστηκε για σεξουαλική επίθεση, σε μια υπόθεση που ανάγκασε τα δικαστήρια να αναμετρηθούν με ένα εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα γύρω από τα όρια της συναίνεσης και της εξαπάτησης.
Τώρα, το νέο βιβλίο της Ιζαμπέλα Σκοτ (Izabella Scott), «The Bed Trick: Sex and Deception on Trial», επιστρέφει στην πολύκροτη υπόθεση και επιχειρεί να εξετάσει όχι μόνο τι συνέβη ανάμεσα στις δύο γυναίκες, αλλά και κάτι πολύ ευρύτερο: πότε η εξαπάτηση γύρω από την ταυτότητα ενός ανθρώπου παύει να αποτελεί απλώς ένα ψέμα και μετατρέπεται σε ζήτημα σεξουαλικής συναίνεσης;
Η γυναίκα που εμφανιζόταν ως άνδρας
Η ιστορία ξεκίνησε όταν η Νιούλαντ δημιούργησε στο διαδίκτυο μια ανδρική περσόνα με το όνομα Κάι Φόρτσιουν (Kye Fortune). Μια γυναίκα, η οποία στα δικαστικά έγγραφα και στο βιβλίο αναφέρεται ως Miss X, πίστευε ότι ο Κάι ήταν πραγματικό πρόσωπο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και, σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, ανέπτυξαν σταδιακά μια ερωτική σχέση.
Υπήρχε όμως κάτι ασυνήθιστο: ο Κάι απέφευγε να της δείξει το πρόσωπό του όταν συναντιόντουσαν. Η Miss X κατέθεσε αργότερα ότι δεχόταν να φορά μάσκα στα μάτια κατά τη διάρκεια των συναντήσεων και των σεξουαλικών επαφών τους. Πίστευε ότι ο άνθρωπος με τον οποίο έκανε σεξ ήταν ο άνδρας που είχε γνωρίσει ως Κάι.
Μέχρι τη στιγμή που, όπως κατέθεσε, ανακάλυψε ότι κάτω από αυτή την ταυτότητα βρισκόταν στην πραγματικότητα η φίλη της, Γκέιλ Νιούλαντ. Η Νιούλαντ παρουσίασε στο δικαστήριο μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Υποστήριξε ότι οι δύο γυναίκες είχαν μια κρυφή ερωτική σχέση και ότι ο Κάι ήταν μια φανταστική περσόνα, μέρος ενός role play στο οποίο συμμετείχαν και οι δύο.
Το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτή την εκδοχή.
Η υπόθεση οδηγήθηκε δύο φορές ενώπιον της βρετανικής Δικαιοσύνης, το 2015 και το 2017. Η Νιούλαντ καταδικάστηκε για σεξουαλική επίθεση με διείσδυση, με την υπόθεση να γίνεται ένα από τα πιο γνωστά και αμφιλεγόμενα παραδείγματα αυτού που συχνά περιγράφεται ως «rape by deception», δηλαδή σεξουαλική επίθεση στην οποία η εγκυρότητα της συναίνεσης αμφισβητείται εξαιτίας εξαπάτησης.
View this post on Instagram
Τι ακριβώς σημαίνει «συναινώ»;
Εδώ ακριβώς η ιστορία παύει να αφορά μόνο δύο γυναίκες και μια εξαιρετικά ασυνήθιστη δικαστική υπόθεση. Γιατί οι άνθρωποι λένε ψέματα στις ερωτικές σχέσεις. Μπορεί να λένε ψέματα για την ηλικία τους, το επάγγελμά τους, τα χρήματά τους, το αν είναι παντρεμένοι, τις προηγούμενες σχέσεις τους ή τις προθέσεις τους.
Όλα αυτά μπορεί να είναι ηθικά προβληματικά. Δεν μετατρέπουν όμως αυτομάτως μια συναινετική σεξουαλική πράξη σε ποινικό αδίκημα. Άρα πού βρίσκεται η γραμμή;
Ο βρετανικός νόμος Sexual Offences Act 2003 ορίζει τη συναίνεση με βάση το αν ένα άτομο συμφωνεί «κατ’ επιλογήν» και διαθέτει την ελευθερία και την ικανότητα να κάνει αυτή την επιλογή.
Το κρίσιμο ζήτημα στην υπόθεση της Νιούλαντ ήταν επομένως εάν η Miss X είχε συναινέσει στη συγκεκριμένη σεξουαλική πράξη όταν η συναίνεσή της είχε δοθεί πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος με τον οποίο βρισκόταν ήταν κάποιος άλλος.
Και αυτή η διάκριση είναι τεράστια. Δεν εξετάζεται απλώς αν κάποιος είπε ψέματα πριν από το σεξ. Εξετάζεται αν το ψέμα αφορούσε κάτι τόσο ουσιώδες για την ίδια τη σεξουαλική πράξη ώστε το άλλο πρόσωπο να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι συναίνεσε πραγματικά σε αυτό που συνέβη.
Μπορεί η εξαπάτηση για το φύλο να ακυρώσει τη συναίνεση;
Η υπόθεση της Νιούλαντ δεν εμφανίστηκε σε νομικό κενό. Λίγα χρόνια νωρίτερα, μια άλλη βρετανική υπόθεση, η R v McNally, είχε δημιουργήσει ένα σημαντικό νομικό προηγούμενο γύρω από την εξαπάτηση ως προς το φύλο και τη συναίνεση.
Στην υπόθεση εκείνη, το Εφετείο έκρινε ότι η εξαπάτηση σχετικά με το φύλο μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επηρεάσει τη φύση της σεξουαλικής πράξης και συνεπώς την εγκυρότητα της συναίνεσης. Αυτό το σκεπτικό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία και στην υπόθεση της Νιούλαντ. Και ταυτόχρονα άνοιξε μια πολύ μεγαλύτερη και δύσκολη συζήτηση.
Ποιες πληροφορίες για έναν σεξουαλικό σύντροφο είναι τόσο θεμελιώδεις ώστε ένα ψέμα γύρω από αυτές να μπορεί να ακυρώσει τη συναίνεση;
Το φύλο; Η ταυτότητα; Η χρήση αντισύλληψης; Η κατάσταση της σεξουαλικής υγείας; Η πραγματική ταυτότητα του ανθρώπου που βρίσκεται στο δωμάτιο; Και ποιος αποφασίζει ποιο ψέμα είναι αρκετά σημαντικό;
Το νέο βιβλίο που επιστρέφει στην υπόθεση
Αυτά ακριβώς τα ερωτήματα επαναφέρει σήμερα η Ιζαμπέλα Σκοτ μέσα από το «The Bed Trick: Sex and Deception on Trial». Ο όρος «bed trick» δεν δημιουργήθηκε για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Πρόκειται για ένα παλιό αφηγηματικό μοτίβο στο οποίο ένας άνθρωπος κάνει σεξ με κάποιον πιστεύοντας ότι είναι κάποιος άλλος. Συναντάται εδώ και αιώνες στη λογοτεχνία και έγινε ιδιαίτερα γνωστό μέσα από έργα του Σαίξπηρ.
Μόνο που στην πραγματική ζωή το ερώτημα δεν λύνεται όταν τελειώνει η ιστορία. Η Σκοτ χρησιμοποιεί τις δίκες της Νιούλαντ για να εξετάσει πώς ο νόμος προσπαθεί να μετατρέψει πολύ περίπλοκες ανθρώπινες και σεξουαλικές εμπειρίες σε σαφείς κατηγορίες συναίνεσης και μη συναίνεσης.
Και επιλέγει να μην παρουσιάσει την υπόθεση ως μια απλή ιστορία με μία εύκολη αφήγηση. Από τη μία βρίσκεται η Miss X, η οποία υποστήριξε ότι εξαπατήθηκε ώστε να συμμετάσχει επανειλημμένα σε σεξουαλικές πράξεις στις οποίες δεν θα είχε συναινέσει εάν γνώριζε την πραγματική ταυτότητα του ανθρώπου απέναντί της. Από την άλλη βρίσκεται η Νιούλαντ, η οποία υποστήριξε ότι η σχέση ήταν συναινετική και ότι η ανδρική περσόνα αποτελούσε μέρος μιας κοινής φαντασίωσης μεταξύ δύο γυναικών που δεν είχαν αποκαλύψει τη σεξουαλικότητά τους.
Τα δικαστήρια έκριναν υπέρ της πρώτης εκδοχής. Η Σκοτ, όμως, ενδιαφέρεται και για το πώς κατασκευάζονται αυτές οι δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις μέσα σε μια δικαστική αίθουσα και για το πόσο εύκολα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια υπόθεση.
Το δύσκολο όριο ανάμεσα στο ψέμα και τη σεξουαλική εξαπάτηση
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι μας αναγκάζει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα που στην καθημερινή ζωή συχνά συγχέονται: την εξαπάτηση μέσα σε μια σχέση και την εξαπάτηση που επηρεάζει τη συναίνεση σε μια συγκεκριμένη σεξουαλική πράξη.
Δεν είναι κάθε ψέμα σε μια σχέση σεξουαλική επίθεση. Ταυτόχρονα όμως η συναίνεση δεν είναι απλώς ένα «ναι» που υπάρχει ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε. Για να έχει νόημα η έννοια της συναίνεσης, πρέπει να υπάρχει κάποιος βαθμός γνώσης για το σε τι ακριβώς συναινεί ένας άνθρωπος.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η υπόθεση της Γκέιλ Νιούλαντ. Όχι αν επιτρέπεται να λέμε ψέματα στις σχέσεις μας, προφανώς ο ποινικός νόμος δεν μπορεί να αστυνομεύει κάθε συναισθηματική εξαπάτηση. Αλλά πόση αλήθεια χρειάζεται ένας άνθρωπος για να μπορεί πραγματικά να επιλέξει με ποιον και υπό ποιες συνθήκες θέλει να κάνει σεξ;
Περισσότερο από μία δεκαετία μετά την πρώτη δίκη, το «The Bed Trick» επιστρέφει σε μια υπόθεση που μπορεί να μοιάζει ακραία. Το ερώτημα που θέτει, όμως, κάθε άλλο παρά ακραίο είναι. Η συναίνεση δεν αφορά μόνο το αν ειπώθηκε ένα «ναι». Αφορά και το σε τι ακριβώς ειπώθηκε αυτό το «ναι».