Με τη χαρακτηριστική φωνή της, το ιδιαίτερο στιλ και τους εξομολογητικούς της στίχους, η Έιμι Γουάινχαουζ έφερε ξανά στο προσκήνιο τη σόουλ μουσική, τη τζαζ και τον ήχο των girl groups της δεκαετίας του ’60. Τρανό παράδειγμα αυτού, το άλμπουμ «Back to Black» του 2006, το οποίο έμοιαζε σαν μια σύγχρονη επιστροφή στον χρόνο, συνδυάζοντας τη vintage αισθητική της Motown Records ,με νέεους hip-hop ρυθμούς και απόλυτα ωμούς στίχους.
Κάθε τραγούδι της Έιμι Γουάινχαουζ λειτουργούσε και σαν μια μικρή εξομολόγηση, ίσως κανένα όμως δεν αποτυπώνει τόσο έντονα έναν έρωτα που τελείωσε άδοξα και στο πέρασμά του άφησε πόνο, τόσο όσο το «Back to Black».
Η ιστορία πίσω από το «Back to Black» της Έιμι Γουάινχαουζ
Το πρώτο της άλμπουμ, «Frank» κυκλοφόρησε το 2003 και κέρδισε αμέσως, τόσο την αναγνώριση των κριτικών, όσο και την αγάπη του κοινού, η μεγάλη διεθνής επιτυχία όμως, ήρθε με το δεύτερο άλμπουμ της το 2006. Ο λόγος για το «Back to Black».
Το άλμπουμ την έκανε παγκόσμια σταρ και της χάρισε πέντε βραβεία Grammy δύο χρόνια αργότερα μεταξύ των οποίων εκείνα για Καλύτερο Νέο Καλλιτέχνη και Καλύτερο Pop Vocal Album, ενώ το «Rehab» κέρδισε τα βραβεία «Record of the Year» και «Song of the Year».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το ομώνυμο τραγούδι «Back to Black», αποτελεί ένα από τα πιο μελαγχολικά και αναγνωρίσιμα κομμάτια της, με μία ιδιαίτερα δραματική ενορχήστρωση, μελαγχολικές συγχορδίες και αισθητική που παραπέμπει στα girl groups της δεκαετίας του ’60. Το τραγούδι μπορεί να ερμηνευτεί και ως μία ερωτική εξομολόγηση συνάμα όμως αποτελεί και σαν μια δήλωση πένθους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο έρωτάς της για τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ
Η Γουάινχαουζ γνώρισε τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ το 2005 σε μια παμπ στο Camden, τη γειτονιά του Λονδίνο. Η σχέση τους εξελίχθηκε γρήγορα –η Έιμι τον ερωτεύτηκε παράφορα, τόσο ώστε να κάνει μέχρι και τατουάζ το όνομά του επάνω από την καρδιά της- η σχέση τους, όμως, ήταν εξίσου θυελλώδης όσο και καταστροφική.
«Αυτές είναι αναμνήσεις που μου είναι δύσκολο να ξαναζήσω. Είναι δύσκολο γιατί δεν είναι πια εδώ. Ήταν το φιλαράκι μου και ήμασταν ευτυχισμένοι. Τα ναρκωτικά ήταν μια πλευρά που ήρθε αργότερα, αλλά η αγάπη μας δεν είχε καμία σχέση με την εξάρτηση. Και η εξάρτηση δεν είχε καμία σχέση με την αγάπη μας» είχε πει ο ίδιος στην εκπομπή We Need To Talk ενώ είχε αναφέρει επίσης πως, η σχέση τους εξελίχθηκε με ταχύτητα και ένταση, μέχρι που ο αλκοολισμός της οδήγησε στον πρώτο τους χωρισμό.
Σύμφωνα με την ίδια την τραγουδίστρια βέβαια, ο πρώτος χωρισμός τους επήλθε όταν ο εκείνος γύρισε πίσω στην πρώην σύντροφό του. Εκείνος την εγκατέλειψε και ο χωρισμός τους την βύθισε στον πόνο και τη μελαγχολία. Ο πόνος της έγινε πηγή έμπνευσης και, το «Back to Black» ήταν ένα από τα κομμάτια που μιλούσαν για εκείνη την περίοδο.
Το χρονικό της δημιουργίας του «Back to Black
Το τραγούδι «γεννήθηκε» τον Μάρτιο του 2006, όταν η Γουάινχαουζ συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με τον παραγωγό Mark Ronson. Εκείνος δημιούργησε αρχικά έναν μουσικό σκελετό στο πιάνο και εκείνη έπειτα βρήκε το πρόσφορο έδαφος για να γράψει τους στίχους που θα μιλούσαν για όσα ζούσε τότε.
Ως single κυκλοφόρησε το 2007 και εξελίχθηκε σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια της. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι, όταν το τραγούδι κυκλοφόρησε, η Έιμι και ο Μπλέικ είχανξανασμίξει και τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκαν στο Μαϊάμι. Η σχέση τους, ωστόσο, παρέμεινε ταραχώδης και τελικά οδηγήθηκε στο διαζύγιο το 2009.
Η σχέση τους αποτέλεσε αργότερα βασικό κεφάλαιο και της κινηματογραφικής αφήγησης γύρω από τη ζωή της. Το 2015, το βραβευμένο ντοκιμαντέρ «Amy» του Asif Kapadia παρουσίασε τη ζωή και την καριέρα της μέσα από αρχειακό υλικό και προσωπικές μαρτυρίες. Χρόνια αργότερα, το 2024, το «Amy & Blake: Deadly Love» θα μιλήσει για τον παθιασμένο αλλά συνάμα καταστροφικό έρωτά τους, τον ταραχώδη γάμο τους αλλά και τον αντίκτυπο που είχε στη ζωή και τη μουσική.

Μετά τον τραγικό της θάνατο, το 2011, το «Back To Black» απέκτησε ξανά ζωή, φτάνοντας στο Νο. 8 στο βρετανικό chart singles, έγινε πλατινένιο και από τότε έχει γνωρίσει κάθε λογής διασκευή. Το τραγούδι ήταν για την ίδια μια κατάθεση ψυχής, μια βαθιά εξομολόγηση, ρεαλιστική και χωρίς φανταχτερές κορδέλες να ωραιοποιούν τον θυελώδη έρωτά της, το οποίο βρήκε φανατικούς ακροατές να ταυτίζονται με κάθε στίχο του, να βρίσκουν τον εαυτό τους ανάμεσα σε κουπλέ και ρεφρέν – και ίσως αυτό να ήταν τελικά και το μεγαλύτερο ταλέντο της. Να δημιουργεί μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας με το κοινό της, αληθινή και συναισθηματική.